Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Πώς φτάσαμε εδώ;

Πώς φτάσαμε εδώ; Μια ομιλία καταπέλτης για τον λαϊκισμό και τον εκφασισμό

  tvxs.gr
 
Μια παρέμβαση-καταπέλτη σχετικά με τις ευθύνες του πολιτικού συστήματος για την άνοδο του νεοναζιστικού και φασιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής, έκανε τη Δευτέρα ο δημοτικός σύμβουλος Θεσσαλονίκης Θέμης Σεβαστιάδης, ο οποίος ανήκει στη δημοτική παράταξη του δημάρχου Γιάννη Μπουτάρη. «Τόσο χρόνια αυτή η κοινωνία εκτρέφει τον φασισμό», τόνισε μεταξύ άλλων, ενώ υπενθύμισε ότι η φτώχεια είναι ο καταπέλτης και όχι η αιτία για τον φασισμό.

Διαβάστε την απομαγνητοφωνημένη ομιλία του και δείτε το βίντεο:
«Για πρώτη φορά εφαρμόζεται ο αντιτρομοκρατικός νόμος όχι για κάτι τύπους σαν κι εμένα που δεν είναι μέσα στο κοινοβούλιο και τους βρίσκουμε στο δρόμο, οι οποίοι κιόλας πάνε στο τέλος της πορείας. Αλλά εφαρμόζονται και σε πραγματικά τρομοκρατικά οργανώσεις οι οποίες έχουν βάλει τη δημοκρατία πλήρως. Πρώτη φορά, μα πρώτη φορά!

»Τώρα κατάλαβα σιγά-σιγά γιατί ήταν τόσο μεγάλο κατόρθωμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή να μην βγάλει από τη φυλακή τους χουντικούς. Τώρα κατάλαβα.
»Γιατί, πραγματικά, αυτή η κοινωνία, δεν το έχει καταλάβει, ότι τον εκτρέφει τον φασισμό, χρόνια, στο σύνολό της μπορώ να πω, άλλοι περισσότερο άλλοι λιγότερο. Θέλω να ζητήσω ένα συγνώμη εκ μέρους του πολιτικού συστήματος […]
»Γιατί δεν ακούστηκε. Ένα συγνώμη, ήρθα εγώ να το πω το συγνώμη;  Και γιατί συγνώμη; Ήμουν Β΄ Γυμνασίου όταν με φωνάξανε για να κατέβω κάτω και να φωνάξω και να πω “Φωτιά Φωτιά στα Σκοπιανά Σκυλιά”. Ούτε που ήξερα περίπου πώς είναι αυτοί εκεί. Νόμιζα ότι έχουν τρία κεφάλια, χειρότεροι από τον δικέφαλο αετό. Πάνω σε αυτή τη μισαλλοδοξία και τον φόβο, το μίσος και τον ρατσισμό, κάποιοι έκαναν καριέρες εδώ μέσα και είναι ακόμα εδώ μέσα. Κάποιοι ήταν τηλεπαρουσιαστές και ήθελα να ξέρω τι έλεγαν τότε, με πτυχίο Νομικής. Εγώ δεν έχω πτυχίο.
[Αντιδράσεις μέσα στην αίθουσα]
»Τι λέω; Το αυτονόητο λέω. Συγνώμη έχω ακούσει πολλά. Δεν φωτογραφίζω ούτε υπονοώ. Θέλω να ξέρω τι έλεγαν τότε στο δελτίο. Για να ζητήσουμε μαζί συγνώμη, γιατί εκφράζω το σώμα αυτή τη στιγμή ζητώντας συγνώμη. Ζητώντας συγνώμη σαν πολιτικοί που κάναμε τον λαϊκισμό –που είναι θεμέλιος λίθος του φασισμού- κοινή πρακτική. Που κάναμε την αποδόμηση του προηγούμενου “για να φανώ εγώ” κοινή πρακτική. […]
»Ε πού βασίζεται νομίζεται ο φασισμός; Ο καπιταλισμός, η φτώχεια, είναι ο καταλύτης. Υπάρχουν κοινωνίες που με φτώχεια δεν οδηγήθηκαν στον φασισμό. Εκεί θέλω να καταλήξω. Καλύτερα άνεργος παρά δολοφόνος».
*Μικρή λεπτομέρεια. Στην αρχή της παρέμβασής του, ο κ. Σεβαστιάδης δέχεται παρατήρηση για το... παντελόνι του.

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Ο φασιστικός κανιβαλισμός γεννιέται στο σχολείο

Του Δήμου Χλωπτσιούδη

tvxs.gr
Το φασιστικό φονικό της 17ης Σεπτέμβρη έφερε στο προσκήνιο μια σειρά ζητημάτων που καλλιέργησαν και άνδρωσαν το νεοφασισμό στη χώρα μας. Ένας από τους λόγους που καταγράφηκαν -και παράλληλα προτείνεται ως λύση- είναι η εκπαίδευση.

Οι κεντρικές ευθύνες του σχολείου στην ανάπτυξη του φασισμού μπορούν να συνοψιστούν στην απουσία πολιτικής διαπαιδαγωγώγησης (όχι κομματικής, αλλά κριτικά πολιτικής) σε συνδυασμό με τον κομφορμιστικό του χαρακτήρα και τη μη καλλιέργεια κριτικής σκέψης και στην εθνοκεντρική διάσταση της εκπαίδευσης.

Πολιτική μπούρκα καλύπτει το προσωπείο του δημοκρατικού σχολείου.

Ένα βασικό ζήτημα που αξίζει να δούμε μέσα στο σχολικό περιβάλλον και όλη την μαθησιακή διαδικασία είναι ο κομφορμισμός που επιβάλλεται στους μαθητές. Ο μαθητής δεν έχει δικαιώματα, δεν έχει δυνατότητα αξιολόγησης του εκπαιδευτικού (μόνο ο ίδιος βαθμολογείται και καταδικάζεται -όπως το βιώνει/αισθάνεται), δε συμμετέχει βιωματικά στο μάθημα, αλλά υποβάλλεται στην αυθεντία του βιβλίου και του εκπαιδευτικού.

Ο δασκαλοκεντρισμός και η αυθεντία του διευθυντή, που επιβλήθηκε και νομικά πια, καλλιεργεί τη λογική της υποταγής και της παραίτησης στη μάζα. Καθώς όμως η εκπαίδευση αποτελεί το πρώτο μέσο κοινωνικοποίησης, όχι μόνο αναπτύσσει το μίσος του για το σχολείο, αλλά και για την κοινωνία όπως τη βιώνει μέσα στο σχολείο.

Αξίζει, παράλληλα, να σημειώσουμε ότι παρατηρείται μία ιδιότυπη φοβία -όχι απλά αποφυγή ή αδυναμία- για την πολιτική. εκπαιδευτικοί και Πολιτεία φοβούνται τις πολιτικές προσεγγίσεις και αναλύσεις στο σχολείο με ελεύθερο/ανοιχτό διάλογο. Και ενώ κάποιοι διανοούμενοι φοβούνται το διάλογο στο σχολείο, παραβλέπουν ότι είναι το κύριο μέσο που επιτρέπει την κριτική ανάπτυξη και επί τόπια αντιμετώπιση αποριών χωρίς να διαιωνίζονται ή να αντιμετωπίζονται με μύθους. Η πολιτική ανάλυση ταυτίζεται με την κομματική τοποθέτηση και την προπαγάνδα, ξεχνώντας ότι το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα προπαγανδίζει και μεταφέρει τις αρχές και τις αξίες της κυρίαρχης πολιτικής και κοινωνικής ιδεολογίας (βασική αρχή της Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης που συνεχώς ξεχνάμε).

Κι ενώ το μάθημα της Πολιτικής Αγωγής θα μπορούσε να αποτελεί έναν από τους παιδευτικούς πυλώνες (μαζί με την Ιστορία, την Κοινωνιολογία, τη Φυσική και τα γλωσσικά μαθήματα -νέα ελληνική γλώσσα και ξενόγλωσσα αντικείμενα), εμείς παρατηρούμε ότι το σχολείο κινείται γύρω μαθήματα που δεν προάγουν την κρίση, αλλά τη στείρα προσέγγιση της γνώσης. Αντί να οριστούν ως παιδευτικοί κορμοί αντικείμενα που από μόνα τους είναι διαθεματικά και που δίνουν πολλές αφορμές για πολιτικές συζητήσεις, εμείς επιλέγουμε τα αρχαία ελληνικά ως γλωσσικό μάθημα (όχι ως πολιτισμό ή μέσο μεταφοράς ανθρωπιστικών αξιών) και τα μαθηματικά με τα θρησκευτικά. Αντί να συζητάμε για τα δικαιώματα, επιβάλλουμε υποχρεώσεις και τις χρεώνουμε σε παιδιά. Αντί να βλέπουμε το άτομο ως μέλος μιας ομάδας, βλέπουμε το σύνολο και εντάσσουμε αυτομάτως το άτομο μέσα σε αυτό (χωρίς τη δική του συγκατάθεση). Ακόμα και το λυκειακό μάθημα της Έκφρασης-Έκθεσης που είναι τόσο πολιτικό (ουχί κομματικό) γίνεται ως αποκλειστικά γλωσσικό.

Τα παιδιά μας δε διδάσκονται τον την αλληλεγγύη και τη συνεργασία. Οι ανθρωπιστικές αξίες του σεβασμού και της ελευθερίας είναι έννοιες αόριστες χωρίς βιωματική αναφορά στον οικείο τους χώρο, λέξεις μιας στείρας γλωσσικής μαθησιακής διδασκαλίας. Δεν αντιλαμβάνεται τη σημασία του πλουραλισμού (ούτε καν στη φύση) και την αξία της ποικιλίας (φυλεκτικής, ιδεολογικής, ζωικής και φυτικής) και συνδέει τη διαφορετικότητα με το φόβο και την απομόνωση, τον Άλλο και τον Ξένο του εκλαμβάνει ως εχθρούς.

Άλλο εθνισμός κι άλλο εθνικισμός

Ένα άλλο βασικό στοιχείο που διακρίνει την ελληνική εκπαίδευση είναι η εθνολάγνα εμμονή της. Και αυτή η εμμονή ξεπερνά κατά πολύ τις ανάγκες ενός εκπαιδευτικού συστήματος που προβάλει τα ξεχωριστά σημεία του έθνους και τις όποιες επιτυχίες του. Όλο το σχολικό περιβάλλον εντείνει όχι τον εθνισμό (προστασία και αίσθημα υπερηφάνειας για το Έθνος-πατρίδα) με τον εθνικισμό (ανωτερότητα Έθνους και υποβιβασμός των άλλων εθνοτήτων). Ο εθνικισμός, λοιπόν, προάγεται σε κεντρική ιδέα σε βάρος του εθνισμού ακόμα μέσα τον τρόπο που γιορτάζονται οι εθνικές επέτειοι, με τις φωτογραφίες που στολίζουν τους τοίχους στις τάξεις και τους σχολικούς διαδρόμους, από τον τρόπο προσέγγισης των ανθρωπιστικών ζητημάτων.
Ο εκπαιδευτικός εθνοκεντρισμός συνδέεται άμεσα με τον επιθετικό εθνικισμό και σαφέστατα ανέπτυξε εμπόδια στην κατανόηση των αναγκών των προσφύγων και των μεταναστών από τον αραβικό κόσμο στη χώρα μας. Οι ελλείψεις που καταγράφονται στην ελληνική εκπαίδευση, ακόμα και στην εθνική Ιστορία, είναι πάμπολλα.

Χαρακτηριστικό είναι ότι δε διδάσκεται επαρκώς -εώς καθόλου- η ελληνική μεταναστευτική ιστορία. Τα ελληνόπουλα δε μαθαίνουν για τα μεταναστευτικά κύματα του παρελθόντος (ήδη από το ΙΘ΄ αιώνα) ούτε τα προβλήματα εισόδου κι ένταξης των Ελλήνων σε χώρες υποδοχής. Τα μεσοπολεμικά μαρτύρια του Ellis Island είναι παντελώς άγνωστα στους Έλληνες (πλην του εξαίρετου ντοκιμαντέρ του Στ. Κούλογλου), ένα θέμα που στις ΗΠΑ αποτελεί βασικό σημείο εκπαίδευσης. Αντιθέτως, οι μαθητές μας μαθαίνουν εμφατικά για τους μεγάλους ευεργέτες και εμποτίζονται με τους μύθους των Ελλήνων που διαπρέπουν στο εξωτερικό και μεγαλουργούν, κάτι που πρακτικά καλλιεργεί όχι απλά μία άκριτη στάση, αλλά και μία μεσσιανική αντίληψη για τον ευεργέτη-σωτήρα.

Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι οι Έλληνες μαθητές δε διδάσκονται επαρκώς την Ιστορία του Μεσοπολέμου (πλην της Μικρασιατικής Καταστροφής που γίνεται αναλυτικά) ούτε κατανοούν και δεν προσεγγίζουν ερμηνευτικά τα ελατήρια της φασιστικής κυριαρχίας στην Ιταλία και τη Γερμανία. Ούτε βεβαίως προσεγγίζουν την εγκληματική φύση του φασισμού και του ναζισμού. Ακόμα και η Εθνική Αντίσταση διδάσκεται υπό τον ηρωολατρικό μανδύα που διδάσκεται η Επανάσταση του 1821 και οι στρατιωτικές επιτυχίες στους Περσικούς Πολέμου· στόχος δεν είναι η κατανόηση και η κρίση, αλλά ο θαυμασμός (που τάχα οδηγεί στη μίμηση). Και φυσικά για τον Εμφύλιο Πόλεμο και τα μεταπολεμικά χρόνια με τη χούντα δε γίνεται λόγος.

Έτσι, λοιπόν, τούτα τα κενά καλύπτονται υποχρεωτικά μέσα από διηγήσεις συγγενών (βασικός ο ρόλος της οικογένειας σε τούτο), και συμπληρώνονται συναισθηματικά από τον πολιτικό λαϊκισμό, την κομματική προπαγάνδα και πάσης φύσεως έντυπα και άρθρα χωρίς επιστημονική βάση που τελικά μόνο την κρίση δεν προάγουν, αλλά αντίθετα το φανατισμό γιατί δε γίνονται οργανωμένα με έμφαση στην παίδευση και την παιδική ψυχολογία, αλλά στη μεταφορά ηθών και την επιβολή απόψεων, μύθων και ανέξοδων συνθημάτων.

Eπιλογικά,

Το παιδί μαθαίνει να προσεγγίζει τα πολιτικά ζητήματα ατομικά και δεν αναπτύσσει συλλογική πολιτική συνείδηση καθώς ο κομφορμισμός λειτουργεί αντίστροφα μέσω της βαθμοθηρίας και της νεανικής αντίδρασης. Πέφτει θύμα των διηγήσεων και των οικογενειακών προσεγγίσεων που φυσικά στερούνται παιδαγωγικής προσέγγισης και συχνότατα επιστημονικής τεκμηρίωσης ή ολιστικής προσέγγισης.

Χωρίς πολιτική κρίση και έρμαιο του πολιτικού λαϊκισμού, των στερεοτύπων και των επιφανειακών προσεγγίσεων και δεδομένης της προϋπάρχουσας αρνητικής στάσης απέναντι στο σχολείο (που συντηρείται κι ενισχύεται με τις θεωρίες συνωμοσίας και την ατομική ανευθυνότητα), εύκολα στρέφεται σε οτιδήποτε φαντάζει αντισυστημικό. Δεδομένης μάλιστα της συστημικής βίας που βιώνει από μικρή ηλικία και του τιμωρητικού κλίματος της κοινωνίας, ο φασισμός προσφέρει ένα εκδικητικό φως στο τούνελ της αναζήτησης ταυτότητας (ατομικής και συλλογικής).

Και ο φασισμός φυσικά πατά πάνω σε μία ήδη διαμορφωμένη εθνικιστική συνείδηση σε συνδυασμό με τις ιδεολογικές θέσεις για το τάχα ηρωικό κι ανώτερο έθνος (που δεν κάνει λάθη και όλοι το επιβουλεύονται) που αναπτύχθηκε από το σχολείο. Και ό,τι δεν κάλυψε το σχολείο, το συμπλήρωσαν εθνικοί μύθοι, απαξιωτικές ιστορίες για τους κακούς, τους Άλλους και μύθοι για το διαφορετικό.
Το σχολείο δεν μπορεί να απαντήσει στο φαινόμενο του νεοφασισμού ούτε στα εγκλήματά του. Μπορεί όμως να προσφέρει ευκαιρίες και να συμβάλει στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης των μελλοντικών πολιτών. Μπορεί να συμβάλει μέσα από το διάλογο και τις αναλύσεις πολιτικών φαινομένων στην καλλιέργεια αυτόνομης σκέψης των αυριανών πολιτών που να στηρίζονται σε επιστημονικά δεδομένα κι όχι σε μύθους, κομματικούς ή εθνικούς, και στερεότυπα. Το εκπαιδευτικό σύστημα μέσα από ριζική αναθεώρηση των στόχων του μπορεί να προστατεύσει την μελλοντική κοινωνία.

Ωστόσο, ας δούμε και μία άλλη λειτουργία του σχολείου. Τούτο αποτελεί ένα βασικό σημείο, ένα από λίγα κοινά/συνδετικά στοιχεία, της κοινωνίας. Είναι ένας χώρος σχετικά οικείος σε όλους με μεγάλο μέρος του πληθυσμού των ενηλίκων να συνδέεται με αυτό (γονείς, εκπαιδευτικοί, άμεσα αποφοιτήσαντες).
Έτσι, το άψυχο σχολικό κτίριο θα μπορούσε τα απογεύματα να αποτελέσει έναν τόπο, σε κάθε γειτονιά, πολιτικών αναλύσεων και επιμορφωτικών σεμιναρίων για ενήλικες. Ένα μέρος ζωντανό κύτταρο αντεγκληματικής δράσης και συλλογικής συνείδησης μπροστά στον κίνδυνο εκφασισμού της κοινωνίας.

Πηγή: Ο Δείμος του Πολίτη / Δημοσιεύτηκε στο schooltime.gr

image/jpeg icon139072g-phasismos_sta_skholeia_1.jpg

Γράμμα προς τους μαθητές μου-Γιατί θα απεργήσω.


Της Άννας Νατάσας Βαρβέρη



Θεωρώντας άδικη όλη την κατάσταση, απέναντι σε όλους μας αλλά κυρίως απέναντι σε σας που τώρα βάζετε τις βάσεις για το μέλλον σας, και νιώθοντας φοβερά αδικημένη με τις εντυπώσεις που δημιουργούνται από τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης σε σας, στους γονείς σας και γενικότερα στους συμπολίτες μας, αισθάνομαι την ανάγκη να λογοδοτήσω σε σας και μόνο γιατί αποφάσισα να απεργήσω και να μην είμαι στη θέση εργασίας μου από Δευτέρα ώστε να ξεκινήσουμε τα μαθήματά μας για φέτος. 
Δε θα απεργήσω για τις «2 ώρες παραπάνω» που έβαλαν στο πρόγραμμά μας διότι ούτως ή άλλως τις ώρες αυτές, από τότε που είμαι στην εκπαίδευση, βρίσκομαι στο σχολείο και εργάζομαι.
Δε θα απεργήσω γιατί με αυτές τις δύο ώρες παραπάνω αρκετοί συνάδελφοι αναγκάζονται να μπουν σε μια διαδικασία επιπρόσθετου άγχους για να συμπληρώσουν ωράριο σε 2 ή 3 σχολεία ανεξαρτήτου χιλιομετρικής απόστασης.
Δε θα απεργήσω γιατί φίλοι και συνάδελφοί μου αναπληρωτές πιθανότατα δε θα εργαστούν φέτος.
Δε θα απεργήσω γιατί έχει ξεκινήσει ήδη η σχολική χρονιά και δεν έχουν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες ώστε όλοι  οι καθηγητές να είναι στη θέση τους για να ξεκινήσετε τα μαθήματά σας κανονικά όπως θα έπρεπε.
Δε θα απεργήσω γιατί φοβάμαι για περεταίρω περικοπή του μισθού μου ή και για ενδεχόμενη απόλυσή μου.
Θα απεργήσω γιατί πιστεύω πως όλο αυτό που εφαρμόζεται στην παιδεία πλέον, είναι εις βάρος σας.
Γιατί πιστεύω πως είναι ανέντιμο να κόβουν τις ελπίδες και τα όνειρά σας από την εφηβεία ακόμη.
Γιατί όταν μπαίνω σε τάξη 3ης λυκείου ένα μήνα πριν τις πανελλήνιες δε βλέπω φως και ελπίδες στα μάτια σας και τρέμω στην ιδέα πως αυτό θα αρχίσει να γίνεται από την 1η λυκείου.
Γιατί θέλω να μπορώ να σας κοιτώ στα μάτια και να σας προτρέπω να κυνηγήσετε τα όνειρά σας, όσο τρελά και αν είναι αυτά.
Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος για να γίνει εργαλείο μεταφοράς ενός μυαλού που λειτουργεί με συγκεκριμένο λογισμικό, αλλά έχει ανάγκη την τέχνη, την ελεύθερη έκφραση, τη σωματική άσκηση, την κριτική σκέψη.
Γιατί σας αξίζει να γίνονται βήματα μπροστά στην εκπαίδευση και όχι πίσω, εν έτει 2013. Θα απεργήσω για να διεκδικήσω ένα καλύτερο μέλλον για σας..

Άννα Νατάσα Βαρβέρη,
εκπαιδευτικός πε16


Πηγή  AlfaVita

Το Μάθημα

Πηγή Τσαλαπετεινός

Του Τσαλαπετεινού
 

Ήταν ειδικό μάθημα επιλογής. Την πρώτη μέρα ο καθηγητής μας εξήγησε τη δομή του: τη μία εβδομάδα το μάθημα θα ήταν καθαρά ιστορικό και την επόμενη, θα εξετάζαμε το αντικείμενο του μαθήματος στο συγκεκριμένο πλαίσιο. Με αυτόν τον τρόπο, θα καλύπταμε την σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, με παράλληλες αναφορές -όπου ήταν απαραίτητο- στην Ευρωπαϊκή. Για πρακτικούς λόγους η περίοδος αυτή εξεταζόταν ανά εικοσαετία και κάλυπτε όχι μόνο τα ιστορικά, αλλά και τα πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτιστικά γεγονότα με τη βοήθεια σπάνιου οπτικοακουστικού υλικού.  

Την ημέρα που ήταν η σειρά της περιόδου 1930-1940, μπαίνοντας στο αμφιθέατρο τα φώτα ήταν ήδη κλειστά και στην οθόνη είδαμε να προβάλλεται μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Έδειχνε έναν άντρα που ήταν καθισμένος σε πολυθρόνα. Πίσω του, αλλά και δεξιά κι αριστερά, διακρινόταν ένα δωμάτιο χωρίς ιδιαιτέρα χαρακτηριστικά. Το φως ερχόταν από ένα παράθυρο που δεν φαινόταν στην εικόνα, φωτίζοντας έντονα τη μια πλευρά  κι άφηνε όλο τον υπόλοιπο χώρο στη σκιά. Ο άντρας πάντως, δε μας θύμιζε τίποτα.

Σήμερα το μάθημα περιλαμβάνει αποκλειστικά την ιστορία αυτής της φωτογραφίας”, ξεκίνησε ο καθηγητής. Μας ξάφνιασε αυτή η εισαγωγή, γιατί στο προηγούμενο είχε αναφέρει ότι το θέμα του μαθήματος εκείνης της μέρας θα ήταν ο φασισμός. Στην συνέχεια έκανε κλικ στο τηλεχειριστήριο του προτζέκτορα. Με το ζουμ που έγινε στην εικόνα, ένα μέρος του περιβάλλοντα χώρου χάθηκε κι ο καθισμένος άντρας πρόβαλε μεγαλύτερος. Τότε μας είπε ότι ο εικονιζόμενος ήταν ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, ο υπουργός προπαγάνδας του Χίτλερ. Συνέχισε λέγοντας ότι στα τέλη της δεκαετίας του `30, ο Γκαίμπελς ζήτησε από κάποιο φωτογράφο να τον φωτογραφίσει στο γραφείο του. Η φωτογράφιση έγινε και στη συνέχεια ο φωτογράφος πήγε να εμφανίσει τα αρνητικά. Εκείνη τη στιγμή ο καθηγητής, πάτησε το κουμπί και ζούμαρε περισσότερο την εικόνα. Φαινόταν πλέον μόνο ο κορμός και το πρόσωπο. 

Ο φωτογράφος στο σκοτεινό του θάλαμο, εμφάνισε και άρχισε να τυπώνει τις εικόνες. Τις είχε κρεμάσει για να στεγνώσουν και τις κοίταζε προσεκτικά με έναν μεγεθυντικό φακό μέσα στο μισοσκόταδο. Με τη λέξη “μισοσκόταδο” ακούστηκε ένα ακόμα κλικ στο αμφιθέατρο και αυτό το ζουμάρισμα της εικόνας, έκανε την οθόνη να γεμίσει από το πρόσωπο του Γκαίμπελς. Βλέποντας από κοντά ο φωτογράφος τις εικόνες που είχε τραβήξει, ειδικά μία, -αυτή που βλέπαμε εκείνη τη στιγμή και εμείς στην οθόνη του αμφιθεάτρου- ένοιωσε να παραλύει από φόβο. Είχε την ατυχία, να αποτυπώσει κάτι αποτρόπαιο, τον ίδιο το ζόφο, στο πρόσωπο του πανίσχυρου αρχηγού προπαγάνδας, πράγμα που τον έκανε να σκεφτεί ότι αν παρέδιδε αυτές τις φωτογραφίες, μπορεί να τον εκτελούσε ο ίδιος επί τόπου. Την στιγμή που αποφάσιζε να καταστρέψει αρνητικά και τυπωμένες εικόνες, ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα του εργαστηρίου κι ένα ακόμα κλικ/ζουμ στο αμφιθέατρο.

Λίγη ώρα μετά, συνοδεία αξιωματικών ο φωτογράφος στεκόταν όρθιος μπροστά στον Γκαίμπελς που καθισμένος στο γραφείο του, έβλεπε εντελώς ανέκφραστος τις εικόνες που δεν είχαν καλά καλά στεγνώσει. Αφού τις κοίταξε όλες προσεκτικά δυο -τρεις φορές, ξεχώρισε μια, σηκώθηκε και κρατώντας την πλησίασε το φωτογράφο. Ο φωτογράφος διέκρινε ότι η εικόνα που κρατούσε στα χέρια του ο Γκαίμπελς ήταν ακριβώς εκείνη που που τον είχε κάνει να παγώσει.

Με το επόμενο ζουμ, στην οθόνη φαινόταν πλέον τεράστιο το μισό πρόσωπο του Γκαίμπελς. Χωρίς να  καταλάβουμε πώς, εκείνη τη στιγμή θυμηθήκαμε εικόνες με σωρούς πτωμάτων από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που ακολούθησαν. Χωρίς να το καταλάβουμε, κρατούσαμε την ανάσα μας περιμένοντας τη συνέχεια και το τέλος της ιστορίας. Ο Γκέμπελς, κοίταξε στα μάτια τον φωτογράφο -και πάλι ανέκφραστος- κι ύστερα του έσφιξε δυνατά το χέρι, δίνοντάς του συγχαρητήρια για τη δουλειά του. Τόνισε μάλιστα ότι αυτή η φωτογραφία ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε.

Ο καθηγητής πάτησε και πάλι το κουμπί στο τηλεχειριστήριο και με το τελευταίο ζουμ η οθόνη πλημμύρισε από εκατομμύρια μικρούς άσπρους, μαύρους και γκρι κόκκους. Αν μισόκλεινες όμως τα μάτια, έβλεπες ξεκάθαρα μπροστά σου τα μάτια του Τέρατος. Μετά από μια μικρή παύση, ο καθηγητής κατέληξε: “Αυτό είναι φασισμός”


Τα τελευταία χρόνια, όλο και πιο συχνά, μού έρχεται στο νου εκείνο το ιδιαίτερο Μάθημα και ήθελα να γράψω γι αυτό, αναφέροντας μάλιστα στο τέλος, ότι εκείνη τη μέρα, βγήκαμε όλοι από το αμφιθέατρο αμίλητοι, σοβαροί και με σφιγμένο στομάχι, αλλά μετά από λίγο το ξεχάσαμε, ίσως γιατί σκεφτήκαμε ότι δεν ήταν παρά ένα ακόμα μάθημα ιστορίας. Ένα μάθημα για κάτι που συνέβη πολύ παλιά. Κάτι που αποκλειόταν να συμβεί και πάλι στο μέλλον.

Επιχείρησα μερικές φορές να βρω τη συγκεκριμένη εικόνα -που μέχρι σήμερα θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια- αλλά και το όνομα του φωτογράφου -που μού διαφεύγει- και καθώς δεν τα κατάφερα, το άφηνα κάθε φορά στην άκρη. Μετά το χθεσινό όμως, δε σήκωνε άλλη αναβολή. Έστω και χωρίς την αυθεντική εικόνα... 


Προτού αλέκτωρ λαλήσει!

Πηγή  Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου
Του Θανάση Ξ. 

Φωτογραφία: Παναγιώτης Τζάμαρος/FosPhotos

Να τα βλέπετε αυτά, καημένα Χρυσαυγητόπουλα: Προτού αλέκτωρ λαλήσει, οι βουλευτές και ινστρούκτορές σας. Το ίδιο σας το κόμμα. Ο ίδιος σας ο αρχηγός. Όλοι αυτοί που σας λέν τα μεγάλα λόγια. Που σας πουλάν για να βολεύονται, ψέματα με τον... τόνο. Του Θανάση Ξ
Όλοι αυτοί, που σας φανατίζουν με τα ‘αίματά’ τους και τις ‘πατρίδες’ τους και τα ρέστα. Όλοι αυτοί που σας οπλίζουν το χέρι και σας εξωθούν στην παρανομία: Όλοι αυτοί, τώρα δεν τον ξέρουν, δεν τον είδαν, τον ‘εγκληματία’!
Γιατί τώρα, έπαψε πια να είναι ‘δικό τους παιδί’. Τώρα είναι απλά ένας... ποινικός εγκληματίας, που δεν επιτρέπεται να στιγματίσει την... ιερή παράταξη. Τώρα ο ήρωάς σας, ο κ. Κασιδιάρης, ‘θλίβεται’ στην Βουλή για το ‘περιστατικό’, και σχίζει τα ρούχα του, πως, ‘καμιά απολύτως σχέση δεν έχει με το κόμμα’!

Να τα βλέπετε, καημένα μου, μπας και ξυπνήσετε καμιά φορά…

Όσο για σας, τους άλλους: Όχι! Εσάς δεν σας λυπάμαι!

Εσάς, λέω, που δεν είστε επίσημα 'μέλη'. Εσάς που δεν είστε ‘δικά τους παιδιά’, αλλά που είστε εξίσου ‘ένοχοι’ για τον αέρα που τους φούσκωσε τα μυαλά. Εσάς όλους, - κοντά στις τετρακόσιες χιλιάδες -, που απ’ τον… καναπέ σας, πήγατε στις τελευταίες εκλογές και ψηφίσατε τον κ. Μιχαλολιάκο και την... παρέα του, έτσι για ..’πλάκα’. Ή, ακόμη κι εσάς που, από ανεπίτρεπτη άγνοια κι αμορφωσιά, πήγατε και τον ψηφίσατε στα ...‘σοβαρά’. 

Όλοι, λοιπόν, εσείς, να τα βλέπετε τα χθεσινά και αν σας έχει απομείνει καθόλου τσίπα, καιρός ν’ αρχίσετε λιγάκι να… ντρέπεστε. Να ντρέπεστε, γιατί η ανοησία κι η... ‘πλακίτσα’ σας, είναι πλέον αιματοβαμμένες!


Πέτυχα κι εγώ πρωτογενές πλεόνασμα.

Του Στέλιου Κούλογλου

Πάντα μου άρεσαν οι μεγάλες εθνικές ιδέες. Η ανακατάληψη της Αγιάς Σοφιάς και η κόκκινη Μηλιά παλιότερα, το «κούρεμα» του χρέους πρόσφατα, μέχρι να απαγορεύσει το Βερολίνο στην κυβέρνηση να το εμφανίζει ως εθνικό στόχο. Τώρα έχουμε καινούργιο, το πρωτογενές πλεόνασμα. Στην ομιλία του στη Θεσσαλονίκη το Σάββατο, ο πρωθυπουργός επανέλαβε τη φράση «πρωτογενές πλεόνασμα» 22 φορές. Μόνο τη λέξη «θα» επανέλαβε περισσότερο, 120 φορές ακριβώς.

Αποφάσισα έτσι να πετύχω πρωτογενές πλεόνασμα (ΠιΠι, για συντομία, από δω και κάτω) και σε οικογενειακό επίπεδο. Εμπνέομαι από το μότο των πρώην Αριστερών και νυν κρυφοσαμαρικών, που είναι τώρα με την Τρόικα: πριν αναρωτηθείς τι κάνει η κυβέρνηση για σένα, σκέψου εσύ τι κάνεις για την κυβέρνηση.
ΠιΠι σημαίνει να έχεις περισσότερα έσοδα απ' ό,τι έξοδα, βγάζοντας έξω την αποπληρωμή των δανείων και τους τόκους. Δεν υπολόγισα, λοιπόν, καθόλου το στεγαστικό δάνειο, παρότι η Τρόικα θέλει να ξεκινήσει τους πλειστηριασμούς και να μου πάρει το σπίτι. Δεν το παίρνω προσωπικά: απλώς θέλουν να πέσουν οι τιμές των ακινήτων στην Ελλάδα, ώστε να μπορεί να περάσει και ο Γερμανός συνταξιούχος ευχάριστα γεράματα.
Το οικογενειακό εισόδημα είναι 1.000 ευρώ τον μήνα. Τα έξοδα είναι: 500 ευρώ που πάνε στο φαγητό, 200 στους λογαριασμούς, 400 στα φροντιστήρια-σχολεία των παιδιών κ.λπ., 250 σε προσωπικά έξοδα, 300 σε φίλους από δανεικά που πρέπει να ξεπληρώνω κάθε μήνα, γιατί και σε αυτούς παρουσιάστηκαν ανάλογα προβλήματα, και 50 ευρώ στις εξετάσεις και στα φάρμακα της γιαγιάς. Το σύνολο εξόδων είναι 1.700 ευρώ, άρα το πρωτογενές έλλειμμα 700 ευρώ. Έπρεπε να κόψω 750 ευρώ, ώστε να εμφανίσω ΠιΠι 50 ευρώ.
Αποφάσισα να ακολουθήσω τη μέθοδο με την οποία κάνει φέτος ΠιΠι ο κ. Στουρνάρας, του οποίου εκτιμώ αφάνταστα τις ικανότητες. Είχε, παραδείγματος χάριν, προβλέψει το 2010, τότε που άρχισαν τα μνημόνια, ότι το 2013 θα είχαμε μπει σε τροχιά μεγάλης ανάπτυξης. Όπως εξήγησε και ο πρωθυπουργός στη Θεσσαλονίκη, η ύφεση το δεύτερο τρίμηνο του 2013 ήταν 3,8% και όχι 4,6%, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Τρόικας, που σημαίνει ότι ο Στουρνάρας σταδιακά δικαιώνεται.
Οι πρώτες περικοπές ήταν παιχνιδάκι. Έκοψα αμέσως τα 300 ευρώ που χρωστάω στους φίλους. Πήγαν να διαμαρτυρηθούν, αλλά τους αποστόμωσα λέγοντας ότι το ίδιο ακριβώς κάνει και η κυβέρνηση, που παρακρατεί τις επιστροφές φόρων και τις εγγράφει στο ΠιΠι της. Ύστερα, σταμάτησα να πληρώνω τους λογαριασμούς, όπως κάνει το υπουργείο Οικονομικών, που έχει μηδενίσει τις δημόσιες επενδύσεις, γράφοντας την ανάπτυξη και την καταπολέμηση της ανεργίας στο δικό του πιπί.
Τα πράγματα ζορίσανε κάπως όταν περιόρισα τις δαπάνες για το φαγητό και τα υπόλοιπα μέλη διαμαρτυρήθηκαν, ρωτώντας τι θα τρώνε. Τους εξήγησα την αναγκαιότητα συμμετοχής στην εθνική προσπάθεια και ότι από δω και στο εξής θα τρώμε μια φορά τη μέρα, ενώ το βράδυ θα κοιτάμε ειδήσεις και θα τρώμε ΠιΠι. Περιόρισα δραστικά τα έξοδα για σχολεία-φροντιστήρια και όταν τα παιδιά πήγαν να διαμαρτυρηθούν, τους έριξα μια επιστράτευση που τη θυμούνται ακόμη. Με βαριά καρδιά έκοψα και τα 50 ευρώ για τις εξετάσεις και τα φάρμακα της γιαγιάς. Έτσι, το ΠιΠι μου έγινε όχι 50 ευρώ, όπως είχα υπολογίσει, αλλά 75 και πάνω.
Περιττό να μιλήσω για τον ενθουσιασμό που αρχικά επικράτησε στην οικογένεια. Παρά τις κακουχίες, έβλεπαν το δικό μου ΠιΠι, και κατ' επέκταση του Στουρνάρα, σαν να ήταν δικό τους.   Είναι αλήθεια ότι μετά από δυο-τρεις μήνες παρουσιάστηκαν κάποια προβληματάκια. Με τους φίλους που θέλουν τα δανεικά πίσω γίναμε μαλλιά-κουβάρια, επειδή δεν πληρώναμε τους λογαριασμούς μάς έκοψαν το νερό, το φως και τη θέρμανση, τα παιδιά έμειναν μετεξεταστέα στο σχολείο και η γιαγιά τα κακάρωσε, ένα θλιβερό γεγονός που όμως ελάφρυνε τον οικογενειακό προϋπολογισμό και στον τομέα των εξόδων για φαγητό.
Στο τέλος ήρθαν και από την τράπεζα στην οποία χρωστάγαμε το στεγαστικό δάνειο, την αποπληρωμή του οποίου δεν είχα συμπεριλάβει, όπως θα θυμάστε, στους υπολογισμούς για το ΠιΠι, και μου είπαν ότι, εν τω μεταξύ, το χρέος είχε αυξηθεί. Δεν έφερα αντίρρηση - άλλωστε και ο κ. Σαμαράς παραδέχτηκε το Σάββατο ότι και το χρέος της χώρας έχει αυξηθεί, αλλά όχι και τόσο πολύ ώστε να το κάνουμε θέμα. Επειδή η κυβέρνηση, μετά από πιέσεις της Τρόικας, ξεπάγωσε τους πλειστηριασμούς ακινήτων, ήρθαν να μας πάρουν και το σπίτι.
Πεινασμένη, διχασμένη και εξουθενωμένη, η οικογένεια δεν μπορούσε να αντισταθεί ούτε για τα μάτια των παπαράτσι. Έτσι κάπως μείναμε με το ΠιΠι στο χέρι.

Πηγή LIFO

Το πείραμα του Wörgl



 Το Wörgl (Βεργκλ) ήταν μια μικρή πόλη 4.500 κατοίκων στην Αυστρία όπου διεξήχθη ένα καινοτόμο οικονομικό πείραμα το 1932. Ήδη η Ευρώπη είχε χτυπηθεί από το κραχ του 1929, και το 1931 που εκλέχτηκε Δήμαρχος ο Michael Untergüggenberger (Μίκαελ Ούντεργκέγκενμπέργκερ) ήδη είχε έλθει η ύφεση με 30% ανεργία, και 10% άπορους. Ο νέος Δήμαρχος προερχόταν από φτωχή αγροτική οικογένεια, ο ίδιος κατόρθωσε να μορφωθεί μόνος του και να γίνει μηχανικός στους σιδηροδρόμους. Αν και ο ίδιος δεν ήταν μαρξιστής, είχε συνδικαλιστική δράση και υποστήριζε τα συμφέροντα των εργαζομένων ενάντια των πλουσίων επενδυτών του σιδηροδρόμου, πράγμα που το πλήρωσε με την μη προσωπική του άνοδο στην ανώτερη ιεραρχία των σιδηροδρομικών υπαλλήλων. Ήταν ένας άνθρωπος ανοιχτόμυαλος, πρακτικός, εργατικός, δραστήριος που κέρδισε την καρδιά των συμπολιτών του, οι οποίοι τον εμπιστεύτηκαν στη θέση του Δημάρχου, γνωρίζοντας ότι δεν θα τους προδώσει.
Ο νέος δήμαρχος είχε έναν μακρύ κατάλογο έργων που ήθελε να εκτελέσει. Έργα απολύτως απαραίτητα όπως η ύδρευση της πόλης, η ασφαλτόστρωση των δρόμων, ο οδικός φωτισμός και η φύτευση δέντρων κατά μήκος των οδών. Αλλά τα δημοτικά ταμεία ήταν σχεδόν άδεια, και οι δημότες ήταν ήδη σε δεινή οικονομική κατάσταση, αντιμετωπίζοντας αρκετοί από αυτούς πρόβλημα επιβίωσης. Ο Δήμαρχος καταλάβαινε ότι μία αύξηση της φορολογίας τους, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν τα δημοτικά έργα, θα οδηγούσε σε περαιτέρω φτώχεια και ύφεση. Ο Δήμαρχος όμως είχε μελετήσει το βιβλίο «Η Φυσική Τάξη» του οικονομολόγου Silvio Gesell (Σύλβιο Γκέσελ). Ο οποίος πίστευε ότι η αργή κυκλοφορία του χρήματος είναι η κύρια αιτία για την παραπαίουσα οικονομία. Το χρήμα ως μέσο συναλλαγής ολοένα εξαφανίζεται από τα χέρια των εργατών – παραγωγών και μαζεύεται στα χέρια των λίγων που το συσσωρεύουν, εκμεταλλεύονται τους τόκους, και δεν το επιστρέφουν πίσω στην αγορά. Κατ΄ αυτόν δηλαδή, όσο περισσότερο χρήμα είχαν, όσο περισσότεροι άνθρωποι, οι οποίοι το κυκλοφορούν συνεχώς, τότε η Κοινωνία θα έχει υγιή ανάπτυξη και ευημερία.  


Μια μεγάλη απόφαση

Ο Δήμαρχος βάζοντας σε εφαρμογή την παραπάνω θεωρία, ξεκίνησε το πρόγραμμα των Δημοτικών του έργων, δίνοντας δουλειά σε πολλούς εργαζόμενους και εργολάβους, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι η πληρωμή τους θα γινόταν με σελίνια (το νόμισμα της Αυστρίας) όχι εκτυπωμένα από την Εθνική Τράπεζα της, αλλά από τον Δήμο του Wörgl. Όντως εκτυπώθηκαν και τέθηκαν σε κυκλοφορία 32.000 σελίνια ως “Γραμμάτια Πιστοποίησης Εργασίας”, κάτι σαν ένα δωρεάν χρήμα, διότι δεν είχαν αντίκρισμα σε χρυσό, απλά αναγνώριζαν την παροχή έργου προς την Κοινότητα. Κόπηκαν χαρτονομίσματα ονομαστικής αξίας στα 1, 5 και 10 σελίνια.

Τα χρήματα του Wörgl

Στις 31 Ιουλίου 1932 δόθηκαν τα πρώτα 1.800 Σελίνια για να πληρωθούν οι μισθοί των εργαζομένων, και η αξία των υλικών που αναλώθηκαν τον πρώτο μήνα στα δημοτικά έργα. Οι άνθρωποι που πήραν αυτά τα νέα σελίνια, μπορούσαν να πληρώσουν τους δημοτικούς τους φόρους, αλλά και να αγοράσουν ψωμί. Ο αρτοποιός παίρνοντας αυτά τα σελίνια μπορούσε να αγοράζει αλεύρι από τον μυλωνά. Ο μυλωνάς αγόραζε σιτάρι από τον γεωργό. Ο γεωργός αγόραζε εργαλεία από τον σιδερά. Ο σιδεράς αγόραζε παπούτσια από τον τσαγκάρη. Ο τσαγκάρης πλήρωνε τον δάσκαλο που έκανε μάθημα στα παιδιά του. Ο δάσκαλος αγόραζε ψωμί στον αρτοποιό. Και ο κύκλος κυκλοφορίας του χρήματος επαναλαμβανότανε συνεχώς και καθημερινά, σε τέτοιο σημείο ώστε ήδη την τρίτη μέρα, ο κύκλος εργασιών ολόκληρης της πόλης να είναι παραπάνω από 10πλάσιος από τα 1.800 σελίνια που δόθηκαν στη κυκλοφορία σε σημείο το να υποπτεύονται κάποιοι ότι κάποια σελίνια είχαν πλαστογραφηθεί. Ο Δήμαρχος όμως είχε εφαρμόσει μία πρόσθετη μέθοδο για να κάνει το χρήμα να αλλάζει συνεχώς χέρια με μεγάλη ταχύτητα:
Τα χρήματα του Wörgl έχαναν το 1% της ονομαστικής τους αξίας κάθε μήνα. 
Για να αποφευχθεί αυτή η υποτίμηση ο ιδιοκτήτης του γραμματίου το δαπανούσε όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Ειδάλλως, την πρώτη μέρα του επόμενου μήνα, έπρεπε να αγοράσει ένα κουπόνι σαν γραμματόσημο, με αξία το 1% της ονομαστικής αξίας και να το κολλήσει στο χαρτονόμισμα. Υπήρχε δηλαδή μία λειτουργία αντίθετη από τον τοκισμό, που επέτρεπε στο χρήμα να κυκλοφορεί συνεχώς.
Ο Δήμαρχος φυσικά δεν μπορούσε να προσλάβει όλους τους ανέργους της πόλης για τα δημοτικά έργα. Με την αύξηση του κύκλου εργασιών της πόλης όμως, ο αρτοποιός για παράδειγμα δεν προλάβαινε μόνος του να βγάζει τα ψωμιά που του ζητούσαν, υποχρεώθηκε λοιπόν να προσλάβει έναν βοηθό, τον οποίον πλήρωνε με τα σελίνια του Δήμου. Το ίδιο κάνανε και οι υπόλοιποι επαγγελματίες. 
Οι βοηθοί που προσλήφθηκαν όμως διευρύνανε την αγοραστική δύναμη της πόλης και έτσι οι επαγγελματίες είχαν να αντιμετωπίσουν μία περαιτέρω αύξηση της ζήτησης, σε σημείο που κανένας κάτοικος της πόλης να είναι άνεργος, αλλά αντίθετα να υπάρχουν παντού αγγελίες ζήτησης προσωπικού. Έτσι το σύστημα αρχίζει να αποκτάει μία δυναμική μορφή, και οι άνεργοι από τα γύρω χωριά έρχονται για να δουλέψουν στο Wörgl, επίσης οι παραγωγοί από τα γύρω χωριά που είχαν τα προϊόντα τους απούλητα (διότι μέχρι τώρα κανείς δεν είχε χρήματα για να τα αγοράσει) επιτέλους βρήκαν αγοραστές στο Wörgl, αλλά με τους νέους επισκέπτες διευρύνεται ακόμα περαιτέρω η αγοραστική δύναμη, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται και η παραγωγική δραστηριότητα. Οι ξένοι εργάτες παίρνοντας τα σελίνια του Wörgl, δυνάμωναν και τις δικές τους τοπικές οικονομίες, επεκτείνοντας την ανάπτυξη στα γύρω χωριά, αλλά το ίδιο το Wörgl έβγαινε αλώβητο, από αυτή την έξοδο του χρήματος. 
Ο Δήμαρχος είχε ένα στρατηγικό πλεονέκτημα: Ήταν αυτός που εκτύπωνε το χρήμα. Δεν ήταν ένας ιδιώτης τραπεζίτης με σκοτεινά συμφέροντα κυριαρχίας από πίσω του, αλλά ένας άνθρωπος στην υπηρεσία των πολιτών. Η πίσω όψη κάθε γραμματίου περιείχε αυτολεξεί την ακόλουθη συγκινητική δήλωση, κάποια λόγια που φαίνονται σαν να γράφτηκαν σήμερα, και όμως γράφτηκαν το 1932:
«Προς όλους τους ενδιαφερόμενους: Ο αργός ρυθμός που κυκλοφορεί το χρήμα έχει προκαλέσει μια πρωτοφανή ύφεση του εμπορίου και βύθισε εκατομμύρια ανθρώπους σε απόλυτη εξαθλίωση. Από οικονομικής απόψεως, η καταστροφή του κόσμου άρχισε! 
-Είναι καιρός, με αποφασιστική και έξυπνη δράση, να προσπαθήσουμε να
συγκρατήσουμε την πτωτική βουτιά του εμπορίου και έτσι να σωθεί η ανθρωπότητα από αδελφοκτόνους πολέμους, χάος και διάλυση. Οι άνθρωποι ζουν μέσα από την ανταλλαγή υπηρεσιών τους. Η υποτονική κυκλοφορία έχει σταματήσει σε μεγάλο βαθμό αυτή την ανταλλαγή και έτσι ρίχνονται εκατομμύρια άνθρωποι που θέλουν να εργαστούν εκτός εργασίας 
– Πρέπει, συνεπώς, να αναβιώσουμε αυτή την ανταλλαγή υπηρεσιών και έτσι οι άνεργοι να επιστρέψουν στην παραγωγική τάξη. Αυτός είναι ο στόχος του πιστοποιητικού εργασίας που εκδίδεται από την αγορά της πόλης του Wörgl: Να μειώσει τα βάσανα και το φόβο, να προσφέρει δουλειά και ψωμί».

Η επιτυχία του Wörgl

Σε περίοδο 13 μηνών, ο Δήμαρχος εκτέλεσε όλα τα έργα που είχε σχεδιάσει:
Ύδρευση, δρόμοι, φωτισμός. Επίσης κατασκευάστηκαν νέα δημόσια κτίρια, ένας ταμιευτήρας νερού, μία πίστα για σκι, και μια γέφυρα. Επίσης έγιναν αναδασώσεις, γιατί αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι του τότε, που ζούσαν πιο κοντά στη Φύση, το μελλοντικό κέρδος από την ύπαρξη των Δασών.
Σε έξι γειτονικά χωριά επεκτάθηκε το σύστημα με επιτυχία. Ο Γάλλος
πρωθυπουργός, Eduard Dalladier, έκανε μια ειδική επίσκεψη για να δει το “θαύμα του Wörgl”. Τον Ιανουάριο του 1933, το νέο οικονομικό σύστημα επεκτείνεται στη γειτονική πόλη της Kirchbühl, και τον Ιούνιο του 1933, ο Δήμαρχος του Wörgl συναντήθηκε με εκπροσώπους από 170 διαφορετικές πόλεις της Αυστρίας που ενδιαφέρονταν για την γενικευμένη εφαρμογή του συστήματος και στις πόλεις τους.
Η παρακάτω έκθεση συντάχθηκε από τον Claude Bourdet, έναν αυτόπτη μάρτυρα Καθηγητή του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης:
«Επισκέφθηκα το Wörgl τον Αύγουστο του 1933, ακριβώς ένα χρόνο μετά την έναρξη του πειράματος. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τα αποτελέσματα φτάνουν το θαύμα. Οι δρόμοι, περιβόητοι για την άθλια κατάσταση τους, συναγωνίζονται τώρα την ιταλική Autostrade (Ιταλική Εθνική Οδό). Το Συγκρότημα των Δημαρχιακών γραφείων έχει ανακαινιστεί όμορφα ως ένα γοητευτικό σαλέ με ανθισμένες γλαδιόλες. Μια νέα τσιμεντένια γέφυρα φέρει περήφανα την πλάκα: “Χτισμένο με δωρεάν χρήματα το έτος 1933″. Παντού βλέπει κανείς νέους φανοστάτες στους δρόμους, καθώς και ένα δρόμο με το όνομά του Silvio Gesell. Οι εργαζόμενοι στα πολλά εργοτάξια είναι όλοι ένθερμοι υποστηρικτές του συστήματος του δωρεάν χρήματος. Στα καταστήματα τα γραμμάτια είναι αποδεκτά παντού, παράλληλα με τα επίσημα χρήματα. Οι τιμές δεν έχουν αυξηθεί. 
Κάποιοι υποστήριξαν ότι το σύστημα που πειραματίστηκε στο Wörgl εμποδίζει την φορολογική ισότητα, γιατί ενεργεί σαν μία μορφή εκμετάλλευσης του φορολογουμένου. Φαίνεται να υπάρχει ένα μικρό λάθος σε αυτό τον τρόπο σκέψης. Ποτέ στο παρελθόν δεν είδε κανείς τους φορολογούμενους να μη διαμαρτύρονται έντονα κατά την αφαίρεση των χρημάτων τους. Στο Wörgl κανείς δεν διαμαρτύρονταν. Αντίθετα, οι φόροι (σε μορφή γραμματίων) καταβάλλονται εκ των προτέρων στον Δήμο. Οι άνθρωποι είναι ενθουσιασμένοι με το πείραμα και διαμαρτύρονται στην Εθνική τους Τράπεζα η οποία αντιτίθεται στην έκδοση των νέων αυτών χαρτονομισμάτων (των τοπικών γραμματίων).
Είναι αδύνατο να αποδώσει κανείς τη γενική βελτίωση του Wörgl μόνο στη «νέα μορφή των φόρων». Δεν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει με το Δήμαρχο ότι το νέο νόμισμα εκτελεί τη λειτουργία του πολύ καλύτερα από το παλιό. Αφήνω στους ειδικούς για να διαπιστωθεί αν υπάρχει πληθωρισμός, παρά την κατά 100% κάλυψη των βασικών καταναλωτικών αγαθών. Παρεμπιπτόντως, αυξήσεις των τιμών, το πρώτο σημάδι του πληθωρισμού, δεν εμφανίζονται. Όσον αφορά την οικονομία, μπορούμε να πούμε ότι το νέο νόμισμα ευνοεί την εξοικονόμηση κατά κυριολεξία και όχι την αποθησαύριση του χρήματος. Δεδομένου ότι τα χρήματα χάνουν την αξία τους κρατώντας τα σπίτι, μπορεί κανείς να αποφύγει την υποτίμηση αυτή επενδύοντάς τα σε μία τράπεζα καταθέσεων. Το Wörgl έχει γίνει ένα είδος προσκυνήματος για τους μακρο-οικονομολόγους από διάφορες χώρες. Ο καθένας μπορεί να τους αναγνωρίσει αμέσως, από τις εκφράσεις τους, κατά τη συζήτηση τους στους όμορφους δρόμους του Wörgl, ή ενώ κάθονται στα τραπέζια των εστιατορίων. Ο πληθυσμός του Wörgl με χαρά, περήφανος για τη φήμη τους, τους καλωσορίζει θερμά.»
 

Το τέλος

Η Κεντρική Τράπεζα της Αυστρίας πανικοβλήθηκε, στο ενδεχόμενο το πείραμα του Wörgl να επεκταθεί σε όλη την Αυστρία και αποφάσισε να διεκδικήσει τα μονοπωλιακά δικαιώματα της, απαγορεύοντας δωρεάν νομίσματα. Η υπόθεση έφτασε ενώπιον του Αυστριακού Ανώτατου Δικαστηρίου, το οποίο επικύρωσε το μονοπωλιακό δικαίωμα της Κεντρικής Τράπεζας για την έκδοση νομίσματος. Και έγινε ποινικό αδίκημα η έκδοση “νομίσματος έκτακτης ανάγκης”. Το Wörgl γρήγορα επανήλθε στην ανεργία του 30%.
Κοινωνική αναταραχή εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη την Αυστρία, διότι οι απλοί άνθρωποι δεν καταλαβαίνανε γιατί η Κυβέρνησή τους και η Δικαιοσύνη, που υποτίθεται ότι εξυπηρετούν τα συμφέροντα των πολιτών, δεν τους αφήνει να εξασκούν τη δοκιμασμένη λύση που βρήκανε στην αντιμετώπιση της ύφεσης, αλλά τους επιβάλει τα δικά της μέτρα που αποδεδειγμένα όπως και πριν τους ξαναβύθισε στη φτώχεια και την ανέχεια. 
Το 1938 ο Χίτλερ προχώρησε στην προσάρτηση της Αυστρίας (χωρίς να βρει την παραμικρή πολεμική αντίσταση) με έναν από τους λόγους για αυτό, το ότι πολλοί άνθρωποι τον είδαν ως τον οικονομικό και πολιτικό σωτήρα τους.
Ακολούθησε ο Πόλεμος, και το πείραμα του Wörgl έμεινε στην Ιστορία...

Tρεις του Σεπτέμβρη: Να ξεχνάς ή να μην ξεχνάς;

Πηγή RedNoteBook
Του Θανάση Τσακίρη  
Στη μνήμη της Δήμητρας Οικονόμου

Κώστας Ελευθερίου, Χρύσανθος Τάσσης, ΠΑΣΟΚ: Η άνοδος και η πτώση (;) ενός ηγεμονικού κόμματος, Σαββάλας, σσ.: 229




 
Ήταν εκείνο το φθινόπωρο του 1974 που άνοιγα τα φτερά μου στον κόσμο της Πολιτικής. Παρ’ ότι μόλις είχα κλείσει τα 14 μου χρόνια η δίωξη που είχε υποστεί η οικογένειά μου επί δεκαετίες από το κράτος της δεξιάς και της ακροδεξιάς στρατιωτικής δικτατορίας είχε επηρεάσει τη βασική μου ιδεολογική κατάσταση: αριστερά. Η παρακολούθηση, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ελλάδα, του σύντομου αλλά καυτού πολιτικά καλοκαιριού, του Τύπου της ανανεωτικής αριστεράς (Θούριος, Αυγή) και του ευρύτερου χώρου του τότε ΚΚΕ (Νέα Ελλάδα, Ριζοσπάστης), με έκανε να γείρω  προς το ΚΚΕ εσωτερικού, μολονότι για ενάμισι χρόνο ήμουν μέλος της ΜΟΔΝΕ.
Δίπλα μας, όμως, έτρεχε με δαιμονισμένη ταχύτητα ένα «πράσινο άλογο», το οποίο θα σάρωνε όλα τα πολιτικά εμπόδια που όρθωνε το κράτος της νέας δεξιάς του αστικού εκσυγχρονισμού, και  θα έφτανε στο θρίαμβο μέσα σε μια επταετία.  Η αμήχανη αριστερά, κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική, ανανεωτική και δογματική, παρακολουθούσε άναυδη και ανίκανη να καταλάβει τι γινόταν. Από πού προέκυψε ένα κόμμα-κίνημα που θα της «έκλεβε» τα αιτήματα και τα συνθήματα, ενσωματώνοντάς τα στην περιβόητη  «Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη», και θα καθίστατο «κυρίαρχο κόμμα» στο ελληνικό κομματικό σύστημα;.[1] Γιατί η αριστερά έχανε το ένα ραντεβού με την Ιστορία μετά το άλλο και  ο κόσμος της προτιμούσε ένα «αρχηγικό» και «λαϊκιστικό» ΠΑΣΟΚ; [2]
Το ΠΑΣΟΚ, λοιπόν, βασίστηκε στην αδυναμία της αριστεράς και στην προτίμηση που του έδειξε ο λαϊκός – εργατικός κόσμος πιστεύοντας ότι θα επέλθει επιτέλους η «αλλαγή» και το γκρέμισμα του κράτους της δεξιάς μαζί με την αποκατάσταση των εισοδημάτων της μισθωτής εργασίας από τον στασιμο-πληθωρισμό και την μείωση της ανεργίας, που είχε αυξηθεί λόγω της πετρελαϊκής κρίσης. Αυτή η τελευταία, μαζί με την κακοδιαχείριση, επέφερε το κλείσιμο ολόκληρων βιομηχανικών εγκαταστάσεων, των «προβληματικών επιχειρήσεων». Παράλληλα, το ΠΑΣΟΚ έχοντας βάλει πλώρη για την κυβερνητική εξουσία αναδιατάσσει την οργάνωση και διαμορφώνει κατάλληλα τον πολιτικό λόγο του ώστε να εξελιχθεί σε πολυσυλλεκτικό κόμμα. Από το 1974 ως το 1981, το ΠΑΣΟΚ διέτρεξε τον ιστορικό πολιτικό χρόνο που τα κλασικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα διάνυσαν σε περισσότερο από έναν αιώνα. Μετεξελίχθηκε από κόμμα στελεχών (1974) σε κόμμα μαζών και, βαίνοντας προς το θρίαμβο του 1981, σε πολυσυλλεκτικό, ενσωματώνοντας στις γραμμές του ανταγωνιστικά κοινωνικά συμφέροντα. [3]
Από το σημείο αυτό και πέρα το ΠΑΣΟΚ γίνεται το μαζικό «κόμμα του κράτους»[4] και οικοδομεί  το κομματικό σύστημα-καρτέλ.[5] Όλες αυτές οι μεταβολές δημιουργούσαν, όπως ήταν λογικό, διαφορετικές εσωτερικές «αντιπολιτεύσεις» αριστερής διαμαρτυρίας, που στις περισσότερες περιπτώσεις απομονώνονταν, εν ονόματι της προσμονής της κυβερνητικής αλλαγής και της διατήρησης της κυβέρνησης της αλλαγής. Κοινός ιδεολογικός παρονομαστής των διαφωνούντων ήταν η Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη. Η μαζικότερη αμφισβήτηση ήταν η  δημιουργία της ΣΣΕΚ, καθώς επρόκειτο για σύγκρουση με αντικείμενο την ακολουθητέα κυβερνητική πολιτική το 1985: με την έναρξη της δεύτερης θητείας το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ είχε αρχίσει να υπηρετεί πλέον το κράτος και όχι την κοινωνία. 
Η ρήξη του ΠΑΣΟΚ με την κοινωνική του βάση δεν ήταν ευθύγραμμη. Οι γενιές των μελών και οπαδών του ΠΑΣΟΚ που προσδοκούσαν «τις καλύτερες μέρες» (σύνθημα του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 1985) δεν έλκονταν από την αναποτελεσματικότητα της διασπασμένης αριστεράς και την απειλητική επανεμφάνιση της μητσοτακικής ΝΔ που δήλωνε ανοιχτά ότι θα επιβάλει νεοφιλελεύθερη πολιτική ακυρώνοντας τις όποιες κοινωνικές κατακτήσεις της περιόδου 1981-1985. Γι’ αυτό και το ΠΑΣΟΚ, παρά το λεγόμενο «βρώμικο ’89», κατάφερε να αντέξει στις τρεις συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις και να επανέλθει θριαμβευτικά στις εκλογές του 1993 μετά από τις σκληρές κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις, ειδικά του τελευταίου έτους προτού καταρρεύσει η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της ΝΔ. Όμως, η επάνοδος στην κυβερνητική θητεία δεν είχε τον ίδιο χαρακτήρα σε σχέση με το 1981. Η ανάγκη της προσαρμογής της οικονομίας στη βάση της πολιτικής της Συμφωνίας του Μάαστριχτ οδηγούσε σε οδυνηρές μεταλλάξεις της πολιτικής φυσιογνωμίας του ΠΑΣΟΚ που θα εμπεδώνονταν μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας και της προεδρίας του κόμματος από τον «εκσυγχρονιστή» Κ. Σημίτη με τη βοήθεια του των τεχνοκρατικών στελεχών και την κρίσιμη υποστήριξή του από το συνδικαλιστικό σύμπαν του ΠΑΣΟΚ (συνέβαλε και με την άνοδο μελών του σε κυβερνητικά αξιώματα). Όμως, οι ταξικές κοινωνικές συγκρούσεις που ακολούθησαν, ειδικά μετά το 2000 (π.χ. γενικές απεργίες για το Ασφαλιστικό), έδειξαν καθαρά ότι το ΠΑΣΟΚ ως κόμμα του κράτους ήταν πια πολύ μακριά από την κοινωνία και τις διαθέσεις της. Η ήττα του 2003 επισημοποίησε αυτή την ρήξη. Η απόπειρα του Γ. Παπανδρέου να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα, προσπαθώντας να συμβολίσει τη σύζευξη του παλιού (ΠΑΣΟΚ της δεκαετία του ’80) με το νέο («συμμετοχική δημοκρατία»), οδηγήθηκε εκ των πραγμάτων σε αδιέξοδα που οδήγησαν στη νέα ήττα. Η εμφάνιση του Ε. Βενιζέλου το βράδυ της εκλογικής ήττας του 2007 έδειξαν ότι ετοιμαζόταν εφεδρική κατάσταση που θα χρησίμευε στο κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας, καθώς τα σημάδια της επερχόμενης οικονομικής κρίσης ήταν ορατά και η Νέα Δημοκρατία θα έχανε «πανηγυρικά» την κυβερνητική εξουσία έχοντας στην πλάτη της την πρώτη μαζική εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008.
Το 2009, λοιπόν, το ΠΑΣΟΚ, το κατ’ εξοχήν «κόμμα-καρτέλ» του ελληνικού κομματικού συστήματος [6], παραλαμβάνει την κυβέρνηση και την «καυτή πατάτα». Εξαντλεί ωστόσο πολύ γρήγορα τα αποθέματα πολιτικής και κοινωνικής δύναμης που διαθέτει από χρόνια, ως πολιτικός Ιανός, τόσο λόγω της πρόσδεσής του στο κράτος όσο και της διαρκούς ανανέωσής της στήριξής του από τις ανερχόμενες κοινωνικές ταξικές μερίδες, αλλά και από ευρέα εργατικά-λαϊκά στρώματα που το χρησιμοποιούσαν ως «αποκούμπι» κόντρα στις ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Η επιτάχυνση του πολιτικού χρόνου μεταξύ της υπογραφής του πρώτου μνημονίου και της συμφωνίας της 26ης Οκτωβρίου 2011 ήταν μοιραία για το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ, οδηγώντας το σε σπασμωδικές αντιδράσεις (βλ. χειρισμός της ιδέας για δημοψήφισμα) απέναντι στην ολοένα και εντεινόμενη αγανάκτηση του ίδιου του κόσμου που δεχόταν τη μία νεοφιλελεύθερη πολιτική επίθεση μετά την άλλη από τα πολιτικά κέντρα της τρόικας και της κυβέρνησης, με αποτέλεσμα την πλήρη κατάρρευση του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ. Η 28η Οκτωβρίου βιώθηκε ως Βατερλό του ΠΑΣΟΚ, όταν οι επίσημες αρχές εξαφανίστηκαν από προσώπου γης καθώς οι εξεγερμένοι πολίτες πήραν τις παρελάσεις στα χέρια τους. Γράφτηκαν και ορισμένες υπερβολές, όπως αυτή περί Βαστίλης του 2011. Σημασία έχει πως το «σύστημα» θορυβήθηκε και οι βασικοί του εκφραστές αποφάσισαν να πάρουν κι αυτοί την τύχη του στα χέρια τους, επιβάλλοντας στον Γ. Παπανδρέου να φύγει ταπεινωμένος από την κυβέρνηση και να μην μπορεί να ελέγξει ούτε τη διαδοχή του στην πρωθυπουργία. Ακόμη και η «θεσμική» λύση με τον Φ. Πετσάλνικο «αποτεφρώθηκε» άρον-άρον. Ο εκλεκτός του συστήματος ήταν ο Λ. Παπαδήμος, που επιβλήθηκε ως «μεταβατική» κατάσταση σε ένα νέο πολιτικό τοπίο.
Από εκεί και πέρα, και με τον Ε. Βενιζέλο στην προεδρία του, άρχισε η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ όχι μόνο ως «κόμμα καρτέλ», αλλά και ως «αποκούμπι». Προσωρινά παίζει το ρόλο του «κόμματος-μπαλαντέρ», ή καλύτερα του «κόμματος εκβιαστή» (κατά την έκφραση του Giovanni Sartori [7] έχει τη «δυνατότητα εκβιασμού»), για να παίζει σημαντικό παιχνίδι εξουσίας μολονότι δεν έχει πια την δύναμη των μαζών με το μέρος του.  Ίσως είναι νωρίς να θεωρούμε εντελώς «τελειωμένο» το ΠΑΣΟΚ. Σε κάθε περίπτωση, όλα θα εξαρτηθούν από τα αποτελέσματα των εκλογικών ρυθμίσεων, τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ και της υπόλοιπης αριστεράς, τις ανάγκες και τις στρατηγικές των κυρίαρχων μερίδων της άρχουσας τάξης, αλλά και από τις μνήμες και τις διαθέσεις των εργατικών-λαϊκών στρωμάτων που πλήττονται βάναυσα και μαζικά από την οικονομική κρίση, τις πολιτικές των μνημονίων και της τρόικας, εσωτερικής και εξωτερικής.
Αυτή η τελευταία παράγραφος συμβολίζεται με το ερωτηματικό που έβαλαν οι Ελευθερίου και Τάσσης στον τίτλο του βιβλίου τους, το οποίο σας προτείνω ανεπιφύλαχτα. Οι συγγραφείς ασχολούνται πρώτα-πρώτα με την οργάνωση του ΠΑΣΟΚ από την ίδρυσή του ως την σημερινή του καχεξία. Καταλαβαίνω πως θα ξενίσει όσους/ες τους βρίσκουν βαρετή την ενασχόληση με τα οργανωτικά - που σημαίνει καταστατικά, νομικισμός φορμαλισμός και όλα τα ταπεινά καθήκοντα της έρευνας αυτής. Σκεφτείτε, όμως, τις μάχες που δίνονται για την παραμικρή διατύπωση μιας υποπαραγράφου αλλά και για μείζονος σημασίας διακυβεύματα, όπως οι συνιστώσες ή οι τάσεις. Δεν είναι συναρπαστικές; Ή θυμηθείτε τη σύγκρουση με αντικείμενο τους φίλους και τα μέλη, που στο ΠΑΣΟΚ διαρκεί ήδη από το 1990, όπως μας θυμίζουν οι συγγραφείς. Δεύτερον, μας δίνουν, έστω και πιο «μαζεμένα», τις κάθε φορά μεταλλαγές των πολιτικών που άσκησε το ΠΑΣΟΚ είτε στην κυβέρνηση είτε στην αντιπολίτευση και το πολιτικό-κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο της κάθε εποχής. Τρίτον, δεν είναι ένα δοκίμιο που κλείνεται στα εγχώρια δεδομένα, καθώς εντάσσει την άνοδο και κάθοδο της δύναμης και της επιρροής του ΠΑΣΟΚ, δηλαδή το πλάτος και βάθος της κοινωνικής κινητοποίησης που επιτύγχανε, στο πλαίσια του γενικότερου ευρωπαϊκού γίγνεσθαι και των εξελίξεων της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας. 
Κάπου εδώ πρέπει να σταματήσω και να δώσω το λόγο στους συγγραφείς και το διάλογο που θα πρέπει να κάνετε με το κείμενο (και με τους συγγραφείς), γιατί η υπόθεση δεν αφορά απλώς ένα κόμμα, αλλά γιατί η ιστορία ενός (μαζικού) κόμματος είναι η ιστορία του έθνους  από μια συγκεκριμένη σκοπιά. Στο πρόσφατο ήμισυ του αιώνα την έγραψε το ΠΑΣΟΚ και οι «συνιστώσες» του. Ανήκει σ’ εμάς να γράψουμε την ιστορία του άμεσου και, γιατί όχι, του μακρινού μέλλοντος. Κι όπως γράφει ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης στον πρόλογο του βιβλίου, (πρόκειται) «ένα εγχειρίδιο-οδηγό ώστε να αποφευχθούν λάθη και παραλείψεις από τους πολιτικούς και κοινωνικούς φορείς και θεσμούς που φιλοδοξούν να μετασχηματίσουν την κρίση σε ευκαιρία ...για την αρχή μιας νέας Μεταπολίτευσης...».
[1] Blondel, J. (1990), “Types of Party Systems” στο Peter Mair (ed.)The West European Party System Oxford, UK: Oxford University Press, σελ. 302-310
[2] Ελεφάντης, Α. (1991), Στον αστερισμό του λαϊκισμού, Αθήνα: Εκδ. Ο Πολίτης
[3] Βλ. Ντυβερζέ, Μ. (1985), Εισαγωγή στην Πολιτική, Αθήνα: Εκδ. Παπαζήση καθώς και  Kirchheimer, Ο. (1991) «Ο μετασχηματισμός των κομματικών συστημάτων στην Δυτική Ευρώπη», Λεβιάθαν, Τχ. 11.
[4] Βερναρδάκης, Χ. (2011), Πολιτικά Κόμματα, Εκλογές και Κομματικό σύστημα – Οι μετασχηματισμοί της πολιτικής αντιπροσώπευσης 1990-2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Εκδ. Σάκκουλας
[5] Σπουρδαλάκης, Μ. (1998), «Από το “Κίνημα Διαμαρτυρίας” στο “Νέο ΠΑΣΟΚ”», στο Μ.Σπουρδαλάκης (επιμ.), ΠΑΣΟΚ: Κόμμα-Κράτος-Κοινωνία, Αθήνα: Εκδ. Πατάκης
[6] Katz,R..S and Mair, Μ. (1995), «Changing Models of Party Organization and Party Democracy: the emergence of the cartel party»,Party Politics, vol. 1, No. 1, σελ. 5-31.
[7][1] Sartori, G. (1976), Parties and Party Systems: A Framework for Analysis, Cambridge: Cambridge University Press

Ήμαρτον Ρεπούση μου!




Γράφει ο Πιτσιρίκος 

Επειδή η Τρόικα δεν έχει ασχοληθεί ακόμα με τη σχολική ύλη και δεν έχει δώσει διαταγές -οπότε υπάρχει η δυνατότητα έκφρασης γνώμης σε αυτό το θέμα-, η βουλευτής της ΔΗΜΑΡ, Μαρία Ρεπούση, ζήτησε να γίνει προαιρετική η διδασκαλία των Θρησκευτικών στο Λύκειο, αν και είναι γνωστό πως, με μια υπεύθυνη δήλωση του κηδεμόνα του μαθητή -ή του ιδίου αν είναι ενήλικος-, ο μαθητής απαλλάσσεται από τη διδασκαλία των Θρησκευτικών.
Τα Θρησκευτικά δεν θα έπρεπε να διδάσκονται καθόλου στο σχολείο -ούτε στο Δημοτικό, ούτε στο Γυμνάσιο, ούτε στο Λύκειο-, αλλά ζούμε σε μια χώρα στην οποία δεν έχει γίνει ακόμα διαχωρισμός Κράτους-Εκκλησίας και η πρώτη φράση του Ελληνικού Συντάγματος είναι «στο όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδας», με αποτέλεσμα οι βουλευτές να ορκίζονται ακόμα στον Θεό (και όχι στο λαό) την ώρα που ο παπάς τους σημαδεύει με την αγιαστούρα, ενώ η χώρα υποδέχεται κάθε χρόνο το Άγιο Φως με τιμές αρχηγού κράτους.
Όλα αυτά μπορεί σε πολλούς Έλληνες να φαίνονται φυσιολογικά αλλά δεν είναι. Είναι εντελώς γκάου.
Η Μαρία Ρεπούση ζητάει η διδασκαλία των Θρησκευτικών να γίνει προαιρετική και οι μαθητές να διδάσκονται περισσότερες ώρες ιστορία.
Θα συμφωνήσω, με την προϋπόθεση οι μαθητές να μην διδάσκονται τα άθλια βιβλία ιστορίας που έγραψαν η Ρεπούση και η παρέα της αλλά την «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους» του Βασίλη Ραφαηλίδη.
Είναι σαφώς προτιμότερο να διαβάζεις την σύγχρονη ελληνική ιστορία και να μην σου μένει άντερο από τα γέλια, παρά να μαθαίνεις ιστορίες με Εβραίους βοσκούς και προβατάκια, που κι αυτές, βέβαια, έχουν τρελό γέλιο αλλά ο καθηγητής των Θρησκευτικών δεν το έχει πάρει χαμπάρι και παρεξηγείται αν αρχίσεις να γελάς γιατί τα πρόσωπα της Αγίας Γραφής δεν γελάνε ποτέ.
Γενικά, στην Αγία Γραφή δεν γελάνε και δεν γαμάνε. Δηλαδή, καμία σχέση με τους Έλληνες.
Ακόμα καλύτερα θα ήταν αν το μάθημα των Θρησκευτικών αντικαθίστατο από το μάθημα για τις τράπεζες.
Αφού ο καπιταλισμός είναι η μόνη θρησκεία που υπάρχει σήμερα στον κόσμο, και οι τράπεζες είναι οι εκκλησίες του.
Δεν γίνεται να ζεις βουτηγμένος στον καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς και να μην υπάρχει ένα μάθημα για το πώς λειτουργεί το τραπεζικό σύστημα.
Αφού οι φορές που θα πας στην τράπεζα στη διάρκεια της ζωής σου θα είναι απείρως περισσότερες από τις φορές που θα πας στην εκκλησία, είναι πολύ πιο χρήσιμο να μάθεις για το πώς θα προσπαθήσουν να σου την φορέσουν οι τράπεζες παρά για τον Κάιν, τον Άβελ και όλες αυτές τις κουλαμάρες.
Δεν ξέρω αν είναι η ιδέα μου αλλά, στην εποχή του Διαδικτύου, όλα αυτά τα θρησκευτικά απολιθώματα για τον Αβραάμ, τον Μωάμεθ -και όλους αυτούς τους περίεργους τύπους- μοιάζουν ακόμα πιο γελοία.
Εν τω μεταξύ, έχω την εντύπωση πως η κυρία Ρεπούση δεν νοιάζεται καθόλου για το αν θα διδάσκονται τα Θρησκευτικά στο Λύκειο αλλά το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να πει κάτι που θα προκαλέσει συζητήσεις, ώστε να την καλέσουν στα κανάλια και να μας δείξει το καινούριο της χτένισμα.
Η κυρία Ρεπούση δεν έπεσε χτες από τον ουρανό.
Η κυρία Ρεπούση είναι βουλευτής ενός κόμματος που συμμετείχε στην κυβέρνηση Σαμαρά.
Και μπορεί η κυρία Ρεπούση να έχει άποψη για τον χορό του Ζαλόγγου, την αναπαράσταση της εξόδου του Μεσολογγίου και το μάθημα των Θρησκευτικών αλλά όχι μόνο δεν έβγαλε κιχ για την πιο μαύρη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης αλλά ψήφιζε σαν καλό σκυλάκι τα νομοσχέδια.
Επίσης, η κυρία Ρεπούση θέλει να γίνει προαιρετικό το μάθημα των Θρησκευτικών αλλά δεν είπε κουβέντα όταν ο Αντώνης Σαμαράς μας ενημέρωνε πως μιλάει απευθείας με τον Θεό και την Παναγία.
Τον Αντώνη Σαμαρά στηρίξατε κυρία Ρεπούση. Και ακυρωθήκατε. Μόνη σας.
Φυσικά, δεν έχει και μεγάλη σημασία τι λέει η Ρεπούση για τα Θρησκευτικά, αφού φέτος υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να καταργηθούν εντελώς τα Θρησκευτικά και όλα τα υπόλοιπα μαθήματα, αν οι καθηγητές πάνε σε απεργία διαρκείας.
(Εννοείται πως αυτά που διδασκόμαστε στα σχολεία είναι εντελώς ακατάλληλα και η μόνη πραγματική χρησιμότητα του σχολείου είναι να μαθαίνεις ανάγνωση και γραφή, και να κοινωνικοποιείσαι -και αν είσαι τυχερός, μπορεί να πέσεις και σε μερικούς καλούς δασκάλους. Ό,τι έμαθα στη ζωή μου ήταν από βιβλία που δεν είχαν καμία σχέση με τα βιβλία του σχολείου. Και πολλά από αυτά τα βιβλία, μου τα είχαν προτείνει οι καλοί δάσκαλοι και καθηγητές που είχα. Το πρόβλημα είναι πως οι περισσότεροι Έλληνες δεν ανοίγουν βιβλίο μετά το τέλος του σχολείου, οπότε αυτός είναι ο λόγος που θεωρούν τόσο σημαντικό το τι γράφουν τα βιβλία του Δημοτικού. Εκεί έχουν μείνει. Στο Δημοτικό. Λόλα, να ένα μήλο. )
 
πηγή: http://pitsirikos.net

Τα «πρόσωπα» του ΠΑΣΟΚ (1974-2012)



 
Φωτογραφία: Μενέλαος Μυρίλλας/FosPhotos
Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1974 ο Ανδρέας Παπανδρέου ανακοινώνει την ίδρυση του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ). Το 1981 το ΠΑΣΟΚ κερδίζει τις εκλογές με ρητορική που το κατατάσσει στην Αριστερά και έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη των λαϊκών στρωμάτων. Έκτοτε η εξέλιξη του κόμματος υπήρξε εντυπωσιακή. Από τα αντιευρωπαϊκά και αντιαμερικανικά συνθήματα πέρασε στη ρητορική σοσιαλδημοκρατικού δυτικού κόμματος και εν συνεχεία στο Κέντρο ή και στον οικονομικό φιλελευθερισμό. Στη «μεταλλακτική» του πορεία μπορεί να άφησε για πάντα πίσω του τον αντιευρωπαϊσμό και αντιαμερικανισμό, όμως η «εμμονή» για την εξουσία που το οδήγησε σε πελατειακές σχέσεις με τη στελέχωση ενός «πράσινου» κράτους και το μεταμόρφωσε σε κόμμα-εκλογικό μηχανισμό, παραμένει νωπή στη μνήμη.
Επιμ: Κατρίν Αλαμάνου
Στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου του 1974, το ΠΑΣΟΚ λαμβάνει 13,58% των ψήφων και εκλέγει 12 βουλευτές. Είναι η περίοδος που κυριαρχεί η αντιαμερικανική και αντιΝΑΤΟϊκή χροιά στη ρητορική του. Ο Ανδρέας Παπανδρέου καθίσταται ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, το οποίο και οδηγεί το 1977 στην αξιωματική αντιπολίτευση.
Μετά από μία φορτισμένη προεκλογική περίοδο, με το σύνθημα «Αλλαγή» και «Η Ελλάδα στους Έλληνες» αλλά και συνθήματα όπως «έξω από το ΝΑΤΟ», «έξω από την Ε.Ο.Κ.» , το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ θα εκτιναχθεί στο 48,1% τον Οκτώβριο του 1981. Ήταν η χρονιά που το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές ο Ανδρέας Παπανδρέου έγινε για πρώτη φορά πρωθυπουργός της χώρας.
Το ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε μετά την μεταπολίτευση τον εκφραστή του λαϊκού κοινωνικού πόλου ή μπλοκ, έναντι του αστικού, ως συνέχεια της μετεμφυλιακής πόλωσης, παρατηρεί ο Ν. Τράντας. Ως φαίνεται, το ΠΑΣΟΚ υπήρξε αρχικά ένα κόμμα της Αριστεράς, καθώς εκπροσώπησε τον κύριο όγκο των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων.
Δεκαετία 1980
Τη δεκαετία του ’80 είχε στο πρόγραμμά του και εφάρμοσε ως κυβέρνηση μια πολιτική τόνωσης της ζήτησης και αύξησης των δημοσίων δαπανών καθώς και ανάπτυξης του κοινωνικού κράτους. Προχώρησε στην υλοποίηση των εξαγγελιών του για τη στήριξη του εισοδήματος των εργαζομένων, αυξάνοντας σημαντικά τους μισθούς και τις συντάξεις και καθιερώνοντας την αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών κα. Όμως, τα μέτρα που ελήφθησαν δεν οδήγησαν σε ανάκαμψη της εγχώριας παραγωγής, αλλά σε αύξηση των εισαγωγών.
Το κυρίαρχο στοιχείο της οικονομικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ στην πρώτη τετραετία ήταν η έμφαση στην κρατικοποίηση (ή κοινωνικοποίηση ή εθνικοποίηση) της ελληνικής οικονομίας και στα φιλολαϊκά μέτρα.
Η δημόσια διοίκηση είχε επίσης ως αρχική στόχευση το άνοιγμα προς την κοινωνία. Πολύ γρήγορα όμως εγκαινιάστηκε μια πρακτική ελεγχόμενων ανεπίσημων διορισμών στο δημόσιο και ποικίλων άλλων παροχών σε φιλικά προσκείμενους στο ΠΑΣΟΚ, μετά από παρέμβαση του κόμματος (των περίφημων κλαδικών επιτροπών κτλ).
Παρά τη ρητορεία του ΠΑΣΟΚ για άνοιγμα του κράτους προς την κοινωνία, για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, ουσιαστικά το πελατειακό σύστημα συνέχισε. Η απορρόφηση μεγάλου μέρους στελεχών και μελών του κόμματος από τον κρατικό μηχανισμό είχε ως αποτέλεσμα το ΠΑΣΟΚ να χάσει την αυτονομία του ως κόμμα: Η οιαδήποτε κριτική που θα μπορούσε να ασκήσει στην κυβέρνηση η κομματική του βάση εξουδετερωνόταν με την προσδοκία του «διορισμού». Αυτός ο εναγκαλισμός του κράτους από το κυρίαρχο κόμμα της πολιτικής σκηνής είχε ταυτόχρονα το χειρότερο αποτέλεσμα για την ποιότητα της ίδιας της δημοκρατίας.
Κατά την περίοδο του σταθεροποιητικού προγράμματος (1985-1987) το ΠΑΣΟΚ κατηγορήθηκε για τεχνοκρατισμό και δεξιά πολιτική. Από τη στιγμή της αλλαγής της κυβερνητικής πολιτικής, από τη λιτότητα στην επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και μέχρι τον Ιούνιο του 1989 (αλλά και ύστερα) κατηγορήθηκε για λαϊκισμό, ανευθυνότητα (η περίφημη προτροπή του πρωθυπουργού στον υπουργό Οικονομικών «Τσοβόλα δώστα όλα») και για σκανδαλώδη άσκηση εξουσίας και διαχείρισης του δημόσιου χρήματος.
Όπως συμπεραίνει στη διδακτορική του διατριβή ο Ν. Τράντας, αφού τα σοσιαλδημοκρατικά μέτρα της πρώτης τετραετίας του ΠΑΣΟΚ αποδείχθηκαν εντελώς αναποτελεσματικά στο επίπεδο της ανάπτυξης της οικονομίας, τον Οκτώβριο του 1985 πέρασε στην πολιτική λιτότητας και στην ανάκληση του σοσιαδλημοκρατικού συμβολαίου. Από τότε, το ΠΑΣΟΚ δεν υπάρχει πλέον ως κομματικός σχηματισμός αμφισβήτησης της ηγεμονίας του κεφαλαίου και οι κοινωνικές δυνάμεις που το στήριζαν αρχίζουν προοδευτικά να παροπλίζονται.
Κατά τον Χρ. Βερναρδάκη, το ΠΑΣΟΚ εξελίχθηκε από τα πρώτα κιόλας χρόνια της δράσης του σε ένα ‘οργανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα’, πήρε σταδιακά τη μορφή ενός τυπικού
Σοσιαλδημοκρατικού-σοσιαλιστικού ευρωπαϊκού κόμματος και ακολούθησε την πορεία των αντίστοιχων κομμάτων, με όλους τους μεταμορφισμούς και τις πολιτικο-ιδεολογικές τους μετεξελίξεις.
Πάντως οι μεταβολές του ΠΑΣΟΚ ήταν σίγουρα εντονότερες από τις αντίστοιχες των ευρωπαϊκών κομμάτων. Όπως σημείωνει ο Χρ. Βερναρδάκης:
«Ένα από τα πιο ‘αντιευρωπαϊκά’ κόμματα της δεκαετίας του ’70 (περισσότερο και από αρκετά κομμουνιστικά κόμματα της περιόδου) μετασχηματίζεται στο πλέον ‘φιλοευρωπαϊκό’, ανεξαρτήτως κομματικής οικογένειας, κόμμα στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Ένα από τα πιο ‘αντικαπιταλιστικά’ κόμματα της δεκαετίας του ’70 ταυτίζεται ουσιαστικά και τυπικά, σχεδόν οργανικά, με το κεφάλαιο και τις στρατηγικές του στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και αναπτύσσει σχέσεις διαπλοκής με αυτό που ελάχιστες φορές σε τέτοιο βαθμό παρατηρήθηκαν στα ευρωπαϊκά πολιτικά συστήματα».
Δεκαετία 1990
Το ΠΑΣΟΚ έμεινε εκτός διακυβέρνησης από τον Απρίλιο του 1990 έως τον Οκτώβριο του 1993. (Είχε ήδη ξεσπάσει  το σκάνδαλο Κοσκωτά και είχε προηγηθεί το λεγόμενο «βρώμικο ‘89»).
Το 1990 στη Σύνοδο της Κεντρικής Επιτροπής του Πεντελικού μια ισχυρή εσωκομματική ομάδα επιχειρεί να αμφισβητήσει ανοικτά την ηγεσία του Ανδρέα Παπανδρέου -ενώ ο ίδιος βρίσκεται σε υποδικία για το σκάνδαλο Κοσκωτά- προτείνοντας ως γραμματέα του κόμματος τον Π. Αυγερινό. Η ομάδα αυτή (Γεννηματάς, Σημίτης, Β. Παπανδρέου, Πάγκαλος, Λαλιώτης, κ.ά.) θα ηττηθεί μεν, ωστόσο θα αποτελέσει την αιχμή του δόρατος της εσωκομματικής αντιπολίτευσης που θα μορφοποιηθεί τα επόμενα χρόνια και η οποία θα συγκροτηθεί με βάση τον‘πολιτικό και ιδεολογικό εκσυγχρονισμό’ του κόμματος.
Το ΠΑΣΟΚ επανέρχεται το 1993 στην εξουσία εκμεταλλευόμενο τη μεγάλη κοινωνική δυσαρέσκεια που τροφοδότησε η κυβέρνηση Μητσοτάκη και οι ανοικτά
νεοφιλελεύθερες επιλογές της. Ωστόσο, τόσο η διεθνής όσο και η εγχώρια οικονομική και πολιτική συγκυρία ήταν πλέον πολύ διαφορετικές. Η Ελλάδα έπρεπε να προσαρμοστεί στα μικρά περιθώρια που της αφήνει η Ευρωπαϊκή Ένωση και η επιζητούμενη ένταξη στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Ως εκ τούτου, η περίοδος 1993-1996 θα ταυτιστεί περισσότερο με διαχειριστικές προσπάθειες σταθεροποίησης της οικονομίας και σταδιακής προσαρμογής στους μονεταριστικούς στόχους της ένταξης στην ΟΝΕ, πολιτικές που θα οδηγήσουν στην έκφραση έντονη δυσαρέσκειας της ελληνικής κοινωνίας, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τις αγροτικές κινητοποιήσεις σε Θεσσαλία, Στερέα Ελλάδα και Μακεδονία που θα ξεσπάσουν το 1996 επί κυβέρνηση Σημίτη.
Με την εκλογή Σημίτη και την επικράτηση της τάσης των εκσυγχρονιστών το ΠΑΣΟΚ μετασχηματίζεται σε ένα πολιτικό φορέα με κίνηση στο ‘κέντρο’. Τη σοσιαλδημοκρατική ρητορική αντικαθιστά το εγχείρημα της κεντροαριστεράς και της ευρωαριστεράς.
Φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού (όπως συνταξιούχοι, νοικοκυρές, νέοι άνεργοι, αγρότες, μισθωτά στρώματα του ιδιωτικού τομέα) θα εγκαταλείψουν εκλογικά το ΠΑΣΟΚ, ενώ στρώματα της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας θα το προσεγγίσουν για πρώτη φορά. Το κόμμα θα διατηρήσει πάντως τη στήριξη των στρωμάτων της δημόσιας διοίκησης.
2000-2012
Ειδικά στις εκλογές του 2004 το ΠΑΣΟΚ θα καταγράψει μικρή συμμετοχή των λαϊκών στρωμάτων. Το ‘κόμμα των μη-προνομιούχων’ έχει πλέον μετατραπεί σε ‘κόμμα των εξασφαλισμένων’, υπογραμμίζει ο Χρ. Βερναρδάκης.
Μετά την παραίτηση του Κώστα Σημίτη από την προεδρία του ΠΑΣΟΚ, τον Φεβρουάριο του 2004 , εκλέγεται ο, Γιώργος Παπανδρέου πρόεδρος του κόμματος με πανελλαδική ψηφοφορία, στην οποία ήταν και ο μόνος υποψήφιος.
Το ΠΑΣΟΚ έχει μετατραπεί ουσιαστικά σε έναν εκλογικό μηχανισμό με μοναδικό σκοπό την πάση θυσία παραμονή στην εξουσία. Ο Κώστας Σημίτης, ενώ είναι ακόμη πρωθυπουργός, καταργείται επειδή δεν μπορεί να οδηγήσει το κόμμα σε εκλογική νίκη. Ο Γιώργος Παπανδρέου, αναλαμβάνει χωρίς αντίπαλο τα ηνία του κόμματος, επιλεγείς για την εκτιμώμενη τότε δυνατότητά του να κρατήσει το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία ή έστω σε απόσταση αναπνοής από αυτή.
Τελικά, στις εκλογές του Μαρτίου του 2004 το ΠΑ.ΣΟ.Κ. έπειτα από 11 χρόνια διακυβέρνησης της χώρας με τρεις εκλογικές νίκες χάνει τις εκλογές με ποσοστό 40,55% και περνά στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Ούτε στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση , του 2007, το όνομα του Γ. Παπανδρέου στάθηκε ικανό να επαναφέρει το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Αυτό κατέστη τελικά δυνατό το 2009, όταν το ΠΑΣΟΚ έλαβε ποσοστό 43,92 % και 160 έδρες στην Βουλή και σχημάτισε αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Όμως, σχεδόν αμέσως οι προγραμματικές προεκλογικές δεσμεύσεις του Γιώργου Παπανδρέου αναθεωρούνται, ξεσπά η κρίση χρέους, υπογράφεται το πρώτο μνημόνιο και ξεκινά η περίοδος σκληρής λιτότητας.
Μετά την κυβέρνηση Παπαδήμου -που σχηματίστηκε μετά την ανακοίνωση παραίτησης του πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου και της κυβέρνησής του- στις εκλογές της 6ης Μαίου 2012 το ΠΑΣΟΚ τερματίζει τρίτο με ποσοστό 13,18%. Μπροστά του είναι ο ΣΥΡΙΖΑ με 16,78% και η ΝΔ με 18,85%. Έχει προηγηθεί η ανάδειξη του Ευάγγελου Βενιζέλου ως προέδρου του κόμματος, τον Μάρτιο.
Στις επαναληπτικές εκλογές της 17ης Ιουνίου, το ΠΑΣΟΚ πήρε και πάλι την τρίτη θέση εκλέγοντας μόλις 33 βουλευτές και λαμβάνοντας το 12,3% των ψήφων.
Το παράδοξο είναι ότι ενώ τα ποσοστά του είναι μόλις διψήφια είναι ακόμη κατά μία έννοια κόμμα εξουσίας. Βέβαια, η προοπτική να μπορέσει κάποια στιγμή να εκλεγεί με τέτοιο ποσοστό ώστε να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση είναι κάτι περισσότερο από μακρινή. Είτε απορροφήθηκε είτε εξαφανίστηκε το μεγαλύτερο μέρος όσων εξέφραζε, το φαινόμενο ΠΑΣΟΚ είναι ακόμη εν εξελίξει.
Πηγές:

Moody's: Διπλάσιες οι χρεωκοπίες σε χώρες που στηρίζονται στο ΔΝΤ

  • Έρευνα
  • Μελέτη σε 168 χώρες για μία 30ετία
  • Αιτία ότι αντιμετωπίζουν περισσότερους «παράγοντες κινδύνου»

Πηγή tvxs.gr


Οι χώρες που λαμβάνουν οικονομική βοήθεια από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δεν είναι προφυλαγμένες από τον κίνδυνο χρεοκοπίας, συμπεραίνεται σε μια μελέτη του οίκου αξιολόγησης Moody's που δόθηκε στη δημοσιότητα. Μάλιστα, κατά την περίοδο που εξετάζεται στη μελέτη, οι χρεοκοπίες είναι διπλάσιες για τις χώρες που στηρίζονταν από προγράμματα του Ταμείου.
Η έρευνα καλύπτει μια περίοδο 30 ετών –από το 1983 μέχρι το 2012– και αφορά 168 χώρες, εκ των οποίων οι 114 στηρίχθηκαν οικονομικά από το ΔΝΤ.
Οι χώρες αυτές «εκτίθενται σε σημαντικούς κινδύνους χρεοκοπίας καθώς είναι μακροπρόθεσμα ευάλωτες παρά τη σταθερή υποστήριξη που τους προσφέρουν γενικά αυτά τα προγράμματα βοήθειας» υπογραμμίζει στη μελέτη του ο οίκος.
Στις μισές χρεοκοπίες χωρών που έχουν σημειωθεί από το 1983, είχαν προηγηθεί προγράμματα στήριξης από το ΔΝΤ, διευκρινίζει ο Moody's. Αυτόν τον λόγο επικαλείται ο οίκος για να μην αναβαθμίζει την πιστοληπτική ικανότητα χωρών όταν λαμβάνουν βοήθεια από το ΔΝΤ.
Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι οι χώρες οι οποίες προσφεύγουν στο Ταμείο για βοήθεια αντιμετωπίζουν περισσότερους «παράγοντες κινδύνου» οι οποίοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αθέτηση πληρωμών εκ μέρους τους, όπως είναι μια τραπεζική κρίση ή ένα «πολύ υψηλό» δανειακό βάρος.
Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η Αργεντινή, η οποία αναγκάστηκε να κηρύξει αδυναμία αποπληρωμής των δανειστών της στα τέλη του 2001, ενώ επί πολλά χρόνια λάμβανε οικονομική βοήθεια από το ΔΝΤ.
Σύμφωνα πάντως με τον Moody's, η μελέτη καταδεικνύει ότι η «μεγάλη πλειονότητα» των χωρών που στηρίχθηκαν από το Ταμείο δεν χρεοκόπησαν αν και πολλές από αυτές δεν είχαν πρόσβαση στις χρηματοπιστωτικές αγορές. «Αυτή είναι η απόδειξη ότι τα προγράμματα του ΔΝΤ συχνά κατάφεραν να περιορίσουν τον κίνδυνο αθέτησης πληρωμών», σημειώνεται.