Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Ο τραπεζικός υπάλληλος του 21ου αιώνα


του Νίκου Σταθόπουλου

Ζώντας σήμερα σε μια χώρα – πειραματόζωο, όπου το πιο ειδεχθές πρόσωπο του νεοφιλελευθερισμού αποκαλύπτεται πια σε όλο του το μεγαλείο, γινόμαστε καθημερινά μάρτυρες μιας συστηματικής καταπάτησης θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων, ακόμα και από την επίσημη Πολιτεία.
Δεν υπάρχει Έλληνας Πολίτης που να μη βιώνει στο σπίτι του ανεργία είτε λόγω του ίδιου είτε λόγω μέλους της οικογένειάς του, ενώ δεν σπανίζει το φαινόμενο, αντιθέτως, μάλιστα, όσοι ακόμα εργάζονται αποτελούν ουσιαστικά θύματα εκμετάλλευσης.
Εύλογα γεννάται το ερώτημα: Ποια η θέση του υπαλλήλου μιας τράπεζας, αλλά και της ίδιας της τράπεζας στην κοινωνία;
Σε έρευνες στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού έχει υπολογισθεί ότι μία συναλλαγή σε κατάστημα κοστίζει 1,07$, μέσω τηλεφώνου 0,54$, μέσω ΑΤΜ 0,27$ ενώ μέσω διαδικτύου 0,10$.
Σήμερα στις ΗΠΑ όλες οι συναλλαγές, εκτός από αίτηση δανείου, γίνονται μέσω ΑΤΜ και διαδικτύου.
Κάθε νέα εφαρμογή που χρησιμοποιούν έχει υπολογισθεί ότι τους κοστίζει διπλάσια σε χρήμα από αυτή που αντικαθιστούν, προσπαθώντας να διπλασιάσουν με τον τρόπο αυτό τα παρεχόμενα προϊόντα, ενώ αποδεδειγμένα προκύπτει αύξηση του απασχολούμενου ανθρώπινου δυναμικού κατά 38%.
Συμπερασματικά και σε βάθος χρόνου, αδιάψευστων στοιχείων και ακλόνητης επεξεργασίας τους, ο τραπεζοϋπάλληλος σε κάθε περίπτωση είναι απαραίτητος, ειδικότερα ακόμα σε άριστη ψυχοσωματική και κοινωνικοοικονομική κατάσταση.
Κάθε τράπεζα που προσπαθεί να περιορίσει τα λειτουργικά της κόστη διολισθαίνοντας σε ατραπούς που καταλήγουν ενάντια στο προσωπικό της, φέρνει, με την κοντόθωρη αυτή οπτική γωνία που αντιμετωπίζει το θέμα οικονομιών κλίμακας, ανταγωνιστικότητας, κυρίως, όμως, παραγωγικότητας, πενιχρά αποτελέσματα και διατάραξη των τόσο κρίσιμων για την επιχειρησιακή της συνέχεια ισορροπιών του εσωτερικού μετώπου των κοινωνικών εταίρων, μετόχων, διοίκησης και Συνδικάτου.
Βάσει πάντα μελετών η επιστημονικά άρτια και τεχνοκρατικά σωστή οδός είναι, η συγκεκριμένη τράπεζα, να περιορίσει τα έξοδά της με 2-3 απλά βήματα.
Θα μπορούσε με μηδενικό κόστος να χρησιμοποιήσει τους υπάρχοντες Η/Υ με λειτουργικά συστήματα ανοικτού ή/και ελεύθερου κώδικα, δικτυώνοντας από τηλεομοιοτυπία μέχρι φωτοτυπικό, καθώς και παρεμφερείς – ατομικής ή/και ομαδικής χρήσης – ηλεκτρονικές – πληροφορικές συσκευές/ηλεκτρονικές μονάδες - εργαλεία σύγχρονης τραπεζικής, με σκοπό τον περιορισμό έως και εξάλειψη κάθε εγγράφου στο εσωτερικό της τράπεζας.

Ακόμη αν λάβουμε υπόψη μας ότι σε ένα κατάστημα υπάρχουν κατά μέσω όρο 200 λαμπτήρες φωτισμού 55w έκαστη έχουμε συνολική κατανάλωση 11kw ανά ώρα. Αν μένουν το 1/2 αναμμένες για 8 ώρες ημερησίως τότε έχουμε σε χρήμα κόστος ημερησίως 7,832 ευρώ (υπολογισμένη με οικιακό τιμολόγιο συνολικού κόστους ανά kwh 0,178 €). Με λάμπες εξοικονόμησης ενέργειας 35w έχουμε ημερήσια κατανάλωση 4,984 ευρώ. Αν τις αλλάξουμε με σύγχρονες λάμπες Διόδου Εκπομπής Φωτός (LED) ισχύος 5w έκαστη το ημερήσιο κόστος κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος για όλους τους λαμπτήρες (200) “πέφτει” στα 1,424 ευρώ. Σε μηνιαία βάση μιλάμε για εξοικονόμηση 160,20 ευρώ.

Θα μπορούσε επίσης με το ίδιο κόστος με σήμερα να παρέχει live-cd με λειτουργικό σύστημα ανοικτού κώδικα διαμορφωμένο μόνο για τις ανάγκες e-banking και πλήρως παραμετροποιημένο ανάλογα με το προφίλ του πελάτη στον οποίο απευθύνεται, με σκοπό την ασφαλέστερη, με σημερινά δεδομένα, συναλλαγή μέσω διαδικτύου.

Η αδήριτη λοιπόν ανάγκη για επιλογή, εγκατάσταση, εκπαίδευση, κατανόηση και εφαρμογή πλήρους συστήματος ηλεκτρονικής αποδοχής, διαβίβασης, εξέτασης, έγκρισης, εκταμίευσης και παρακολούθησης κάθε είδους αιτήματος, συναλλαγής ή υπηρεσίας προκύπτει λοιπόν εκ των ων ουκ άνευ.
Η πάταξη της γραφειοκρατίας, ο περιορισμός των ασύμφορων παρεξηγήσεων, αλλά και ο περιορισμός κακόβουλων και παραβατικών πράξεων ολοκληρώνει τις εμφανείς συνέπειες ενός τέτοιου προοδευτικού εγχειρήματος.
Ξέχωρα που επιλύει δραστικά θέματα αρχειοθέτησης, απορροφά σε δεύτερο timing παράπλευρα κόστη και δημιουργεί οικολογική συνείδηση.
Τα Συνδικάτα οφείλουν να επικοινωνήσουν στον τραπεζοϋπάλληλο το συμφέρον του που δεν είναι άλλο από την αναγκαιότητα του να κρίνεται σε συνεχή βάση επίκαιρος, συνεπώς και χρήσιμος, ενώ θα παραμένει ταξικά προσανατολισμένος στις κλαδικές διεκδικήσεις και τον κοινωνικό του αγώνα.
Αλλά το κυριότερο είναι ότι πρέπει να αντιληφθεί και να εμπεδώσει πως πλέον επαγγελματικά δεν αγοράζει και δεν πουλάει μόνον χρήμα.
Είναι και οφείλει να παραμείνει σύμβουλος του κάθε πελάτη.
Η λέξη «σύμβουλος» μέσα της κρύβει εκτός από την ίδια τη σημασία της λέξης και την προσωπική επαφή την οποία πρέπει να στηρίζει σήμερα η τράπεζα αφού δεν υπάρχει άλλος τρόπος προβολής της. Επίσης κρύβει μέσα της τη λέξη «φιλότιμο». Το φιλότιμο που δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα είναι το όπλο της χώρας μας. Και αυτό δεν το γνωρίζουν, δεν το ξέρουν όλοι αυτοί που κάνουν της έρευνες. Και το φιλότιμο έχει μεγάλη δύναμη.
Αυτή λοιπόν θα είναι η δουλειά του/δουλειά μας τα επόμενα χρόνια.
Να συμβουλεύει/συμβουλεύουμε τους πελάτες για το ποιο προϊόν τους ταιριάζει, επιλεγμένο από την εκάστοτε διαθέσιμη γκάμα προϊόντων της Τράπεζας σε σχέση με τον ανταγωνισμό.
(Ο πελάτης, έμπρακτα αλλά και από έρευνες αποδεδειγμένα, αν τον συμβουλεύεις σωστά ή αν τον “χάνεις” από προϊόν του ανταγωνισμού και τον συμβουλέψεις τι να προσέξει έχεις περισσότερες πιθανότητες (60% και άνω) να παραμείνει σε εσένα και να το διαδώσει και σε 2-3 στους 10 από τους γύρω του ανθρώπους. Αν του συμπεριφερθείς με τρόπο καθαρά επαγγελματικό ("το δικό μου προϊόν είναι καλύτερο" ή "αυτοί είναι έτοιμοι να κλείσουν" κλπ) 10 στους 10 δεν θα σου στείλει άλλο πελάτη και 9 στους 10 θα πει άσχημα λόγια για την τράπεζα (φιλότιμο που λέγαμε πιο πάνω - και οι ξένοι το ξέρουν αλλά δεν έχουν την κατάλληλη λέξη).)
Να συμβουλεύει/συμβουλεύουμε τον καταναλωτή, το νοικοκυριό, το μικρομεσαίο επιχειρηματία, την κοινωνία για το τι πρέπει να κάνει/κάνουν σε όποιο οικονομικό και όχι μόνο πρόβλημα ενσκήψει.

Και όλα αυτά να έχουμε υπόψη πως θα εξελίσσονται μέσω διαδικτύου καταιγιστικά, άρα τη νέα εποχή που έρχεται επανάπαυση δεν χωρά !


Αυτό το κείμενο έχει γραφεί – επεξεργαστεί σε πρόγραμμα ανοικτού κώδικα (LibreOffice)


Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Όταν γεννήθηκε ο όρος «μποϊκοτάζ»

Πηγή

Η ιστορία του Τσαρλς Μπόικοτ: Όταν γεννήθηκε ο όρος «μποϊκοτάζ»

Από τον 18o αιώνα και τους αγωνιστές εναντίον του δουλεμπορίου στη Βρετανία, μέχρι το κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα των Αφροαμερικανών του 20ου αιώνα και τις σημερινές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, το μποϊκοτάζ αποτελεί ένα ευρέως γνωστό τρόπο διαμαρτυρίας είτε για κοινωνικοπολιτικούς λόγους είτε ως μέθοδος ακτιβισμού κατά του καταναλωτισμού. Ποια είναι, όμως, η ιστορία του μποϊκοτάζ; Από πού προήλθε ο όρος που εδώ και αιώνες εκφράζει την αντίθεση και την αποδοκιμασία; Επιμέλεια: Μικαέλα Κόλλια

Η ιστορία του Μπόικοτ

Η λέξη μποϊκοτάζ πρωτοεμφανίστηκε στο Αγγλικό λεξικό κατά τη διάρκεια του ιρλανδικού «Πολέμου της Γης» και προέρχεται από το όνομα ενός Βρετανού στρατηγού, του Τσαρλς Κάνινγκχαμ Μπόικοτ. Η ιστορία του Μπόικοτ ξεκινά να παρουσιάζει ενδιαφέρον με την αποστράτευσή του, το Μάιο του 1874, όταν νοίκιασε για 53 χρόνια την περιουσία του Λόρδου Ερν στην πόλη Κάουντυ Μάγιο της Ιρλανδίας, επειδή εκείνος είχε εξοστρακιστεί από το ιρλανδικό σωματείο γης. Οι ευθύνες του περιελάμβαναν την είσπραξη ενοικίων από τους αγρότες που μίσθωναν κομμάτια της γης ενώ, παράλληλα, το προσωπικό του αποτελούνταν από ντόπιους εργάτες, αχθοφόρους, αμαξάδες και υπηρέτες.

Η αγγλική καταγωγή, σε συνδυασμό με τη σκληρότητα και την υπεροψία του γαιοκτήμονα, έπλεξαν μια ιδιαίτερα κακή φήμη στους κύκλος των Ιρλανδών αγροτών. Όπως αναφέρει ο ιστορικός Tζόυς Μάρλοου, η κοσμοθεωρία του Μπόικοτ συνοψιζόταν στην αντίληψη ότι, «τα αφεντικά έχουν θεϊκή δύναμη και δίκιο, χωρίς να χρειάζεται να λαμβάνουν υπόψιν τα συναισθήματα και τις απόψεις του λαού». Παρ' όλο που σε διάφορες πηγές ο ίδιος ο Μπόικοτ αναφέρει ότι διατηρούσε άριστες σχέσεις με τους ενοικιαστές της γης του, είχε επιβάλλει μια σειρά από σκληρούς κανονισμούς και τεράστιο πρόστιμα τα οποία δυσχέραιναν τη ζωή των αγροτών αλλά και τη σχέση του με αυτούς.

Η καθοριστική ρήξη με το Σωματείο Αγροτών

Η κατάσταση επιδεινώθηκε το 1880, όταν οι αγρότες ζήτησαν μείωση ενοικίων εξαιτίας της χαμηλής παραγωγής του έτους. Αν και αρχικά ο λόρδος Ερν δέχθηκε να προσφέρει 10% μείωση, το Σεπτέμβρη του ίδιου έτους ξέσπασαν διαμαρτυρίες γιατί αρνήθηκε να προβεί σε περαιτέρω μείωση. Τότε ο Μπόικοτ προσπάθησε να κάνει έξωση σε 11 αγρότες. Σε απάντηση των εξώσεων, η Ένωση Αγροτών που μαχόταν υπέρ το δίκαιου και σταθερού μισθώματος και του ελεύθερου εμπορίου, αποφάσισε να απέχει από τις εργασίες που αφορούσαν το σπίτι και τα χωράφια του γαιοκτήμονα.

Μάλιστα, ο Τσαρλς Στιουαρτ Πάρνελ, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας αγροτών και ηγέτης του Ιρλανδικού Εθνικιστικού Κόμματος, τόνισε ότι χωρίς προσφυγή στη βία, οι ενοικιαστές θα έπρεπε να αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με εκείνους που αρνήθηκαν το αίτημά τους για χαμηλότερα ενοίκια. Έτσι, παρ' όλες τις δυσχέρειες που αντιμετώπισαν όσοι δέχθηκαν να απέχουν, ο Μπόικοτ βρέθηκε στην απομόνωση. Ακόμα και οι τοπικοί επιχειρηματίες σταμάτησαν να διαπραγματεύονται μαζί του ενώ ο ταχυδρόμος αρνιόταν να παραδώσει την αλληλογραφία του. Ο ίδιος ο Μπόικοτ, ανίκανος να βρει νέους εργάτες, αναφέρει σε γράμμα του στην εφημερίδα Times: «Οι καλλιέργειες μου καταπατούνται, παρασύρονται κατά ποσότητες και καταστρέφονται. Οι κλειδαριές στις πόρτες μου έσπασαν, οι πύλες έχουν ανοίξει διάπλατα, οι τοίχοι έχουν ριφθεί κάτω, και τα αποθέματα έχουν πεταχτεί έξω στους δρόμους. Δε μπορώ να προσλάβω κανένα εργάτη και η καταστροφή δε θα σταματήσει εάν δεν εγκαταλείψω η χώρα. Δε θα αναφερθώ καν στον κίνδυνο για τη δική μου ζωή, η οποία είναι εμφανής σε όποιον γνωρίζει τη χώρα».

Η προσπάθεια διάσωσης των καλλιεργειών

Μετά τη δημοσίευση της επιστολής του Μπόικοτ, ένας ειδικός ανταποκριτής της Daily News, ο Μπέρναντ Μπέκερ, ταξίδεψε στην Ιρλανδία για να καλύψει την κατάσταση του. Σύμφωνα με τον Μπέκερ, η απόχη θα μπορούσε να στοιχίσει 5000 λίρες. Στην αναφορά του προσθέτει ότι ο ίδιος ο Μπόικοτ δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνο αλλά κανείς δεν ήταν πρόθυμος να του προσφέρει οποιαδήποτε υπηρεσία, καθαριότητα ή φαγητό.

Και ενώ όλοι ζητούσαν την απομάκρυνση του από την περιοχή, ο Μπόικοτ δήλωνε ότι δε μπορούσε να εγκαταλείψει την περιουσία του. Η έκθεση του Μπέκερ, που δημοσιεύθηκε στη Daily Express του Δουβλίνου, πρότεινε τη σύσταση ταμείου χρηματοδότησης ώστε να οργανωθεί ομάδα εργατών που θα πήγαινε στο Κάουντυ Μάγιο για να σώσει τις καλλιέργειες του Μπόικοτ. Μεταξύ άλλων, η Daily Express, Daily Telegraph, Daily News, και News Letter πρόσφεραν £ 2000 για να χρηματοδοτήσουν την εκστρατεία.

Παράλληλα, ιδρύθηκε στο Μπέλφαστ Ταμείο Αρωγής για τη σωτηρία των καλλιεργειών. Σύντομα, το σχέδιο απέκτησε τεράστια απήχηση, λαμβάνοντας πολλές αιτήσεις συνδρομών. Οι εθνικιστές, που εξέλαβαν την έλευση των αμαξών βοήθειας ως εισβολή, κατήγγειλαν την εκστρατεία για υποκίνηση βίας και πολεμικών συγκρούσεων. Ο Μπόικοτ, φοβούμενος μια πιθανή βίαιη αντίδραση εκ μέρους των αγροτών, δήλωσε τότε, ότι δεν επιθυμούσε τόσους πολλούς εργάτες και ότι 10, 15 άτομα έφταναν ώστε να ασχοληθούν με τη συγκομιδή. Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του σωματείου είπε ότι, αν ο στόχος ήταν απλά η συγκομιδή των καλλιεργειών, δεν θα υπήρχε πρόβλημα από τους αγρότες και ότι τα πιο ακραία τμήματα του πληθυσμού είναι που απειλούν την ειρηνική έλευση των αμαξών. Τελικά, αν και δεν έλειψαν οι διαδηλώσεις, η εκστρατεία συγκομιδής στέφθηκε με επιτυχία.

O απόηχος του πρώτου Μποϊκοτάζ

Στις 27 Νοεμβρίου 1880, ελλείψει οδηγού, ο Μπόικοτ και η οικογένειά του εγκατέλειψαν την περιοχή με ένα στρατιωτικό ασθενοφόρο. Αφού οδηγήθηκαν στο σιδηροδρομικό σταθμό, ταξίδεψαν στο Δουβλίνο όπου ούτε εκεί τους επιφύλαξαν ιδιαίτερα θερμή υποδοχή. Έτσι, αν και είχαν προγραμματίσει να μείνουν εκεί μια εβδομάδα, συνέχισαν εσπευσμένα το ταξίδι τους για την Αγγλία.

Η λέξη «μπόικοτ»

Το ρήμα μποϊκοτάρω εισήχθη στο Αγγλικό λεξικό από τον Tζον Ο Μάλλευ το Σεπτέμβρη του 1880, πριν η ιστορία του Μπόικοτ γίνει γνωστή. Ο Μάλλευ έψαχνε μια λέξη που να εκφράζει τον εξοστρακισμό ενός γαιοκτήμονα. Όχι τον εξοστρακισμό γενικά αλλά συγκεκριμένα την εκδίωξη κάποιου που κατέχει γη. Όπως αναφέρει ο ιστορικός Μάρλοου, ο Μάλλευ συνέδεσε την κατάσταση του Μπόικοτ με τον ορισμό της λέξης που έψαχνε και έτσι της έδωσε το όνομά του. Με τα χρόνια, η λέξη συνδέθηκε τόσο με την αποχή από τις εργασίες για χάρη του Μπόικοτ και έτσι, απέκτησε το νόημα που έχει σήμερα.

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Δεύτερη φορά αριστερά;

Επειδή ο τίτλος του blog είναι "Για να μαθαίνουμε" και επειδή αυτές τις μέρες και όπως κάθε Μάιο, στο χωριό Κορυσχάδες, η ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ θα τιμήσει με εκδήλωση την επέτειο της σύγκλησης του Εθνικού Συμβουλίου που πραγματοποιήθηκε το Μάη του 1944 στο ομώνυμο χωριό της Ευρυτανίας όπου ήταν η έδρα της Κυβέρνησης του Βουνού και διαβάζοντας το ομότιτλο άρθρο της Ελένη Καρασαββίδου στο tvxs.gr είπα να το αναρτήσω έτσι "για να μαθαίνουμε".


Εδώ ο Σαμαράς έχει δίκιο… Δεν είναι η πρώτη φορά που κυβέρνησε η αριστερά… Όχι γιατί, όπως επεσήμανε μπερδεύοντας επίτηδες την πολιτική πρόταση με την περιπτωσιολογία, μπερδεύοντας δηλαδή τις προσωπικές συμπεριφορές με τις κυβερνητικές θεσμίσεις (την ίδια ώρα που συγχωρεί το γεμάτο κονδύλια παρελθόν τόσο Σημιτικών “αριστερών” με τους οποίους συγκυβερνά όσο και ακροδεξιών οι οποίοι τον κρατούν στην εξουσία) ήταν χωμένος ο ΣΥΡΙΖΑ στα προγράμματα, αλλά γιατί υπάρχει ένα προγενέστερο παράδειγμα κυβέρνησης της αριστεράς.

Παράδειγμα που εννοείται δεν αθωώνει ούτε τους ολοκληρωτισμούς σε άλλα μέρη του κόσμου κι άλλες εποχές (γιατί στην εποχή μας ποιοι είναι οι εκπρόσωποι του ολοκληρωτισμού τελικά;) ούτε μεγαλύνει (με αίμα κι αγώνες άλλων) αριστερούς των προγραμμάτων (εφόσον ήταν προγράμματα σικέ όμως!). Παράδειγμα χρήσιμο αφού υπενθυμίζει εμφατικά πως αριστερό-ή σε κάνει η καθημερινή στάση ζωής σου (όταν μάλιστα ακουμπά στην πραγματικότητα ενός λαού κι ενός τόπου) και όχι η συνθηματολογία, (κι ας ξεβολεύει αυτή η αυτονόητη κατά τα άλλα υπενθύμιση άτομα από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα) αλλά και γιατί υπενθυμίζει επίσης το ειδικό βάρος της αριστεράς σε περιόδους ειδικών αποστολών.

Ήταν η κυβέρνηση της αριστεράς που ταυτίστηκε με το κατασυκοφαντημένο από όσους ρήμαξαν τον τόπο θαύμα της Ελεύθερης Ελλάδας…  Σε διεθνείς κι εθνικές συνθήκες απίστευτα δύσκολες, κρατώντας στέρεο το διεθνιστικό αντιφασιστικό πρόταγμα επάνω στην βαθιά κι άξια μήτρα του πατριωτισμού (να το μελετήσουν μερικοί αριστεροί που έχουν θεωρητική τρικυμία στο κρανίο) ήταν η κυβέρνηση που έκανε για πρώτη φορά καθολικές εκλογές (δίνοντας το δικαίωμα ψήφου, και μάλιστα μετά από κατά τόπους Εκκλησίες του Δήμου, σε ακτήμονες, γυναίκες, νέους και νέες) που  καθιέρωσε την πρωτογενή διαβούλευση για να κρίνουν οι άνθρωποι τις διαφορές τους, που ίδρυσε εκατοντάδες σχολεία και θέατρα, που φρόντισε για μια θαυμαστή επιμελητεία στην τροφή και στην παροχή υγείας και παιδείας, με σεβασμό στο θρησκευτικό αίσθημα των απλών ανθρώπων και των απλών παπάδων, μακριά από την καμαρίλα των ανακτόρων, των παλαιοκομματικών και των Συνόδων.

Πολιτική που συνάσπισε ανθρώπους πολύ ευρύτερους της αριστεράς, κι γέννησε ένα φαινόμενο διακυβέρνησης το οποίο αποτέλεσε θέμα σημαντικών μελετών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (ελληνικές και βρετανικές μελέτες κυρίως, που όσο κι αν οι περισσότερες πρακτορεύουν, καταγράφουν έναν ανυπόκριτο θαυμασμό), φαινόμενο που τηρουμένων και των δύσκολων συνθηκών ονομάστηκε δίκαια “θαύμα”.

Η απόλυτη προτυποποίηση των εποχών παραμένει βέβαια λάθος. Λάθος που στην αρχή της τωρινής κρίσης πριμοδότησε μέσα από κάτι απολίτικες αντιμνημονιακές κορώνες ακόμη και την Χρυσή Αυγή. Αλλά αυτό είναι άλλο (σοβαρό και προς μελέτη) ζήτημα, που δεν ακυρώνει επ’ ουδενί την κεντρική ιδέα:
Έχει δίκιο ο Σαμαράς! Η αριστερά ξανακυβέρνησε αυτόν τον τόπο, όταν η σοβαροφανής πατριωτική (νταξ! Λέω και κανά καλό πότε πότε!)  πολιτική ηγεσία είχε φύγει στο εξωτερικό για να προφυλαχτεί και να συνωμοτήσει κατά βάση (κακά τα ψέματα, όποιος διαβάσει τα Ημερολόγια και τον Αποτροπιασμό ενός καλλιεργημένου κι έντιμου αστού όπως ο νομπελίστας ποιητής Γ. Σεφέρης που υπηρετούσε στη Μ. ανατολή ως διπλωμάτης το κατανοεί απολύτως). Μετά παρουσιάστηκαν πάλι ως σώφρονες για να κυβερνήσουν με τα γνωστά τραγικά (αν και με ευθύνες όχι αποκλειστικά δικές τους, όμως εκ θέσεως κυρίως δικές τους) αποτελέσματα.

Όμως σε ειδικές συνθήκες (που απαιτούν όμως κι ειδικούς, ή μάλλον απλά αληθινούς κι αληθινές πολίτες) τα προσόντα που απαιτούνται τα έχουν κυρίως άνθρωποι που δίνονται στην συμμετοχική δράση δίχως να φοβούνται την σύγκρουση, την ίδια στιγμή που δεν προστρέχουν στην ομαλότητα να καρπωθούν την εξουσία.

Γιατί παρά τους νεοεισερχόμενους (πολλοί από τους οποίους θα εμπλουτίσουν έναν χώρο με θαυμάσια αλλά και με αυτιστικά χαρακτηριστικά όπως η αριστερά, την ίδια ώρα που πολλοί άλλοι θα προσπαθήσουν να τον δουν χρησιμοθηρικά και άρα να τον διαβάλλουν) ο πυρήνας του ΣΥΡΙΖΑ είναι ο ίδιος από τα χρόνια που εμπλεκόμουν με ενάργεια στο εσωτερικό του. Άνθρωποι με πολλά προσόντα που συνειδητά μπήκαν σε ένα κόμμα του 3 με 4%, άνθρωποι που (όπως κι οι ομάδες που συγκρότησαν, όπως κι όλοι μας)  έχουν τα δικά τους δυνατά κι αδύνατα σημεία, (και συμφωνίες και διαφωνίες τις οποίες κρατώ) αλλά που στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, κρατούν το ιστορικό ήθος της δύσκολης, αντιλαϊκιστικής εκ φύσεως (κι ας το αναποδογυρίζουν οι λαϊκιστές της Βουλής και των Μίντια που χρησιμοποιούν Θεό, Πατρίδα, Αγάπη για τον Λαό και Ποδόσφαιρο δίχως αιδώ) επιλογής που σε κάνει ή δεν σε κάνει αριστερό: Να παλεύεις ενάντια στις αιτίες της εξαθλίωσης και υπέρ των εξαθλιωμένων…

Αν η τελευταία αυτή φράση περιγράφει αυτό που ζείτε, αυτό που ζει η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων που ζουν στην Ελλάδα, κι αν η Μνήμη   (παρά τις εμφανείς διαφορές των εποχών)  θυμίζει αυτό το 2η φορά Αριστερά, η ερώτηση αναφύεται αβίαστα: Εσείς τι θα ψηφίσετε αύριο;