Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Ο Τόμσεν θέλει να σκοτώσω τον μπαμπά μου


Γιατί δεν μας βγαίνουν οι αριθμοί; Γιατί δεν πιάνουμε τους φοροφυγάδες του ιδιωτικού τομέα; Γιατί δεν τολμάμε επιτέλους να απολύσουμε τους υπεράριθμους του Δημοσίου; Αυτό αναρωτιέται μετά από κάθε επίσκεψη του στα μέρη μας ο κύριος Τόμσεν του ΔΝΤ. Του έχω λοιπόν μια πρόταση. Αντί να αναλύει ξανά και ξανά τα νούμερα και να μη του βγαίνουν, να κάνει ένα διάλειμμα και να επισκεφθεί μία μέση ελληνική οικογένεια, τους Χατζηπέτρου, σε ένα κυριακάτικο γιορτινό τραπέζι. Off the record βέβαια και εμπιστευτικά.

Πρώτα θα γνωρίσει τον κύριο Γιάννη, τον εξηντάρη τον πατέρα. Γενιά του Πολυτεχνείου αυτός, ήταν φτωχόπαιδο αλλά καλός στο μπλα μπλα. Μεγαλοδικηγόρος πια, είναι περήφανος γιατί πέτυχε στη ζωή του, δουλεύοντας πολύ και φοροδιαφεύγοντας περισσότερο. Αγαπημένο του σλόγκαν ήταν πάντα η φράση «με απόδειξη ή χωρίς;». Αγαπημένο του χόμπι σήμερα, να εκφωνεί έναν δεκάρικο ενάντια στους σάπιους τους πολιτικούς, τα ΜΜΕ και τα τεμπελόσκυλα τους δημόσιους υπαλλήλους. Λίγο αργά βέβαια… Έπειτα ο κύριος Τόμσεν μπορεί να δει τη Μαρία, την πενηντάρα τη μάνα. Εκείνη ποτέ δεν πολυέδινε σημασία στους πολιτικούς. Ψήφιζε πάντα μπλε, μόνο και μόνο επειδή οι γαλάζιοι τη διόρισαν στο Δημόσιο. Σήμερα είναι σε σοκ. Βρίζει τον Παπανδρέου και τον Βενιζέλο που της κόβουν την πρόωρη σύνταξη. Αναρωτιέται ευγενικά αν ο κύριος Τόμσεν μπορεί να βοηθήσει.

«Όχι μαμά, τι λες στον άνθρωπο!» επεμβαίνει ο μεγάλος γιος της οικογένειας, ο Πέτρος. Παιδί-πρότυπο πάντα, υπάκουος και μαθητής του 19. Σπούδασε γιατρός και είχε ελπίδες να ξεπεράσει σε φήμη τον πατέρα. Αντ’αυτού, βολοδέρνει στο ΙΚΑ με άπειρες εφημερίες, και ψίχουλα για μισθό. Δεν ήθελε, αλλά σταδιακά έχει αρχίσει να αλλάζει γνώμη για το φακελάκι. Είναι κάτι σαν επιμίσθιο σκέφτεται, το αξίζει. Κι άλλωστε, το μπουρδέλο που λέγεται Ελλάδα, εκείνος θα το σώσει; 

Ο Δημήτρης αποφεύγει να κάτσει σήμερα στο τραπέζι. Είναι ο μικρός ο γιος, εικοσιπεντάρης. Έχει ξενερώσει ιδιαίτερα με την κατάσταση και δεν πολυγουστάρει. Σπούδασε ΜΜΕ στη Πάντειο γιατί ήθελε να συμμετέχει στα κοινά, να προσφέρει. Αντ’αυτού, πήρε τον πούλο λέει, πρώτα με τζάμπα δημοσιογραφική δουλειά για δύο χρόνια (μαθητεία τη βάφτισαν). Καλός είσαι, του είπαν. Και μετά; Άνεργος.


Ο Δημήτρης είναι εκτός. Την έχει σιχαθεί τη Γενιά του Πολυτεχνείου αλλά αγαπάει τον πατέρα του. Δεν τους αντέχει τους κάφρους του Δημοσίου αλλά αγαπάει και τη μάνα του. Σιχαίνεται μέχρι και τον αδερφό του, αν και τον καταλαβαίνει. Τι να κάνει; Να μιλήσει ή να σιωπά; Να σαπίσει ή να φύγει έξω; Αν δεν μιλήσει είναι συνένοχος. Αν μιλήσει είναι ρουφιάνος.

Αυτή είναι η Ελλάδα. Βαμπίρ και κανίβαλοι. Μετά το φαγητό, ο Τόμσεν πια μας έχει καταλάβει. Ξέρει πολύ καλά γιατί δεν βγαίνουν τα νούμερα. Και μας λυπάται. Με κρατάς και σε κρατάω. Είσαι φοροφυγάς κι είμαι ρουσφέτι. Έχεις αιγιαλό κι έχω αυθαίρετο. Μαζί όλοι, μια οικογένεια κι ένα σπιτικό. Δίπλα στον γκρεμό. Η El Pais γράφει πως για να γκρεμιστεί το τερατώδες μεταπολιτευτικό κράτος, ο Παπανδρέου πρέπει «να σκοτώσει τον πατέρα του», αυτό που μαζί με άλλους έφτιαξε. Κι εγώ; Τι πρέπει να κάνω εγώ; Πως θα ξαναχτίσουμε την Ελλάδα αν δεν τον σκοτώσω κι εγώ τον δικό μου πατέρα;  Μου είναι πραγματικά πολύ δύσκολο. Ούτε συνένοχος, ούτε ρουφιάνος. Καλύτερα να φύγω…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου