Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

3 χρόνια Μνημόνιο: Τι έχει πετύχει

Ιδού


Μία νέα πόλη ανέργων, ανάλογη σε πληθυσμό με το πολεοδομικό συγκρότημα Θεσσαλονίκης, έχουν προσφέρει έως σήμερα με την πολιτική τους στην Ελλάδα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Φυσικά, οι γενναιόδωροι στα παρελθόντα έτη δανειστές έχουν διασφαλίσει την αποπληρωμή των δανειακών τους κεφαλαίων έως το τέλος του 2012. Την ώρα που ο Πολ Τόμσεν φέρεται έστω σκόπιμα να ομολογεί ότι το πρόγραμμα «δεν βγαίνει» , το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ παραθέτει την τεκμηρίωση της άποψης την οποία άλλωστε διατύπωνε προεκλογικά ο σημερινός πρωθυπουργός: «η συνταγή είναι λάθος».
  • ΔΝΤ: Έκπληξη η απόδοση του προγράμματος σε λιγότερο από 10 έτη
  • Στα επίπεδα του 2003 μειώνεται η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων
  • Κατά 50% από το 2008 επιδεινώνεται το επίπεδο ζωής
  • Η ελληνική οικονομία μετεξελίσσεται σε εικονική 

Μόνο οι συνταξιούχοι θα κληθούν να καταβάλουν 4 δις ευρώ έως το 2015, ενώ ήδη έχουν καταβάλει 2 δις ευρώ (1,5 δις ευρώ από την κατάργηση της 13ης και 14ης σύνταξης και 500 εκατ. ευρώ από την ειδική εισφορά που κατέβαλαν το 2010 οι συνταξιούχοι με επίπεδο συντάξεων άνω των 1.400 ευρώ τον μήνα), παρατηρούν οι επιστημονικοί συνεργάτες του ΙΝΕ / ΓΣΕΕ, επισημαίνοντας ότι η εξασφάλιση των προβλεπόμενων πόρων αντί να εστιάζεται στην καταπολέμηση της εκτεταμένης φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής, φοροκλοπής και εισφοροδιαφυγής, επικεντρώνεται στην αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των μισθωτών και συνταξιούχων στην μείωση των μισθών, των συντάξεων και των κοινωνικών επιδομάτων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την επιδείνωση του βιοτικού τους επιπέδου, την μείωση της ζήτησης και την συνέχιση της υφεσιακής κατάστασης της ελληνικής οικονομίας.

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, τα πραγματικά εισοδήματα των Ελλήνων το 2011 υπέστησαν σημαντική μείωση κατά 25,3% από την συνολική επιβάρυνση στην οποία υπεβλήθησαν λόγω της δημοσιονομικής προσαρμογής. Παράλληλα, η συνολική επιβάρυνση στην Ελλάδα επί του εργατικού κόστους διαμορφώνεται στο 37,8% έχοντας αυξηθεί την τελευταία δεκαετία (2001-2011) σε σχέση με τον μέσο όρο των κρατών μελών του ΟΟΣΑ κατά περισσότερες από 4 ποσοστιαίες μονάδες. Η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα αυξήθηκε στο 35,6% των μικτών αμοιβών το 2011 από 34,3% το 2000, την στιγμή που ο μέσος όρος στα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ υποχώρησε στο 31,7% το 2011 από 33,3% το 2000.
«Οι συντάκτες  του δημοσιονομικού αυτού πλαισίου 2012 – 2015 (Ε.Ε. – ΕΚΤ- ΔΝΤ και κυβέρνηση), χωρίς να έχουν αξιολογήσει τα αρνητικά αποτελέσματα του Μνημονίου 1 και να αποδεχθούν την αποτυχία επίτευξης των στόχων του, συνεχίζουν να θεωρούν μεταξύ άλλων την εφαρμογή του Μνημονίου 2 (αντίστοιχων μέτρων και στόχων του Μνημονίου 1) ως απαραίτητη για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των αγορών, την μακροχρόνια βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Επιπλέον, εκτιμούν ότι μετά την αποτυχία του Μνημονίου 1 για την επιστροφή της ελληνικής οικονομίας στις αγορές του 2012, η ελληνική οικονομία θα επιστρέψει στις αγορές το 2014», προσθέτει το ΙΝΕ / ΓΣΕΕ, το οποίο αναρωτιέται:
«Πώς όμως θα επιτευχθεί αυτός ο στόχος με την παράταση της ύφεσης, την αύξηση της ανεργίας, την μείωση της κατανάλωσης και την αβεβαιότητα μείωσης του δημόσιου ελλείμματος (17 δις ευρώ το 2011, 15 δις ευρώ το 2012, 11,5 δις ευρώ το 2013) και το δημόσιο χρέος να μην υποχωρεί κάτω από το 150% του ΑΕΠ το 2012 και να διαμορφώνεται το 2020 στο επίπεδο των 409 δις ευρώ (200% του ΑΕΠ), (ΟΟΣΑ 2011, INE 2011) και 120% του ΑΕΠ μετά την αναδιάρθρωση του χρέους των ιδιωτών;»
Επί πτώμασι
Το αποτέλεσμα  αυτών των εξελίξεων είναι ότι οι δανειστές της Ελλάδας με το δανεισμό προς τη χώρα 175 δις ευρώ (Μνημόνιο 1, 110 δις ευρώ, συν Μνημόνιο 2, 65 δις ευρώ) συνοδευόμενο από την εφαρμογή μέτρων λιτότητας εξασφαλίζουν την αποπληρωμή των δανειακών τους κεφαλαίων μέχρι το τέλος του 2012. Παράλληλα, μετά το 2013 σχεδιάζεται η συνέχιση της αποπληρωμής των δανειακών τους κεφαλαίων με τρίτο δάνειο ύψους 80 – 120 δις ευρώ από το ευρωπαϊκό ταμείο χρηματοδοτικής στήριξης και την εφαρμογή τρίτου Μνημονίου με επιπλέον μέτρα λιτότητας. «Όμως, μέχρι τότε η ελληνική οικονομία από πραγματική θα έχει μετεξελιχθεί σε εικονική», συμπεραίνει το Ινστιτούτο, το οποίο υπογραμμίζει μία αναφορά στελέχους στελέχους (Olivier Blanchard, 2011) του ΔΝΤ με έντονο ενδιαφέρον: «το πρόγραμμα προσαρμογής στην Ελλάδα θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεκαετές. Στην διάρκεια των δέκα αυτών ετών θα αποτελούσε έκπληξη εάν το πρόγραμμα αυτό γνωρίζαμε ότι θα απέδιδε».
Το πρόγραμμα της τρόικας μειώνει το εισόδημα των μισθωτών κατά τουλάχιστον τρεις μισθούς το χρόνο (από 751 ευρώ μειώνεται ο κατώτατος μισθός σε 586 ευρώ, όσο το 2005) και το εισόδημα των ανέργων κατά 3 ½ επιδόματα ανεργίας το χρόνο (από 461 ευρώ σε 356 ευρώ). Έτσι, εάν συσχετισθεί το νέο επίπεδο του κατώτατου μισθού με τις ετήσιες ώρες εργασίας, τότε η ωριαία αμοιβή στην Ελλάδα διαμορφώνεται σε 0,27 ευρώ, ενώ στην Πορτογαλία είναι 0,28 ευρώ και στην Ισπανία 0,38 ευρώ.
Επίσης, τα νέα αυτά μέτρα προκαλούν απώλειες εσόδων στα ασφαλιστικά ταμεία και στον Κρατικό Προϋπολογισμό της τάξης των 3,3 δις ευρώ, τις οποίες φιλοδοξούν να καλύψουν με την μείωση μεταξύ των άλλων, των κύριων και επικουρικών συντάξεων. Παράλληλα, μεταφέρονται πόροι από τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα ύψους 4 δις ευρώ τον χρόνο προς τις επιχειρήσεις, τα οποία, κακώς σύμφωνα με το Ινστιτούτο, κατά την άποψη της τρόικας, θα συμβάλλουν στην πραγματοποίηση προσλήψεων νέων εργαζομένων μειώνοντας την ανεργία και βελτιώνοντας το επίπεδο ανταγωνιστικότητας. «Με άλλα λόγια, ιδιωτικοποιούνται τα οφέλη και κοινωνικοποιούνται τα βάρη.»
Ταυτόχρονα, η αγοραστική δύναμη του μέσου μισθού έχει υποχωρήσει στα επίπεδα του 2003 και των μειωμένων κατώτατων μισθών έχει υποχωρήσει στα επίπεδα της δεύτερης πενταετίας της δεκαετίας του 1970. Σύμφωνα με το ΙΝΕ / ΓΣΕΕ, η ελληνική οικονομία και κοινωνία θα περιθωριοποιηθεί και το επίπεδο ζωής των πολιτών θα επιδεινωθεί τουλάχιστον κατά 50% σε σχέση με αυτό του 2008.
Άνθρακας παρουσιάζεται και ο χρυσός των εξαγωγών: «Ο στόχος μεταξύ των άλλων, της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης να καταστεί ο εξωτερικός τομέας κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας δεν επιτεύχθηκε, δεδομένου ότι κατά το 2010-2011 η συμβολή των καθαρών εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών ανήλθε σε 0,74 μονάδες του ΑΕΠ (μικρότερη του μέσου όρου της αντίστοιχης συμβολής των ετών 1995-2009) παρά το ευνοϊκό περιβάλλον των αγορών προορισμού των ελληνικών εξαγωγών. Επομένως,  η θετική συμβολή του εξωτερικού εμπορίου της Ελλάδας στη διαμόρφωση του ΑΕΠ οφείλεται κατά τα 4/5 περίπου στην μείωση των εισαγωγών, η οποία με την σειρά της οφείλεται στην δραστική περιστολή της εσωτερικής ζήτησης.»
Σημειωτέον, κατά την περίοδο αυτών των δυσμενών εξελίξεων στην Ελλάδα, η Ευρώπη αποκτά ένα 28ο κράτος-μέλος ανεργίας ανάλογο σε πληθυσμό με την Ολλανδία (17,5 εκατ. άτομα).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου