Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

Φάε λάδι κι έλα βράδυ

της Ρίκας Βαγιάνη στο protagon.gr
Οι νύχτες της Τσάϊνα Μπλού.

Ακόμα και οι τελευταίοι εναπομείναντες σκεπτικιστές, ακόμα οι πιο πωρωμένοι «ανηκουμεν-εις-την-Δύσιν» Έλληνες, εναποθέτουν πλέον το μέλλον τους στην ελπίδα των Κινεζικών επενδύσεων. Πρωτότυπο, δεν το λες. Ούτε και πρωτοφανές. Ολόκληρη η νεώτερη ιστορία μας μπορεί να συνοψιστεί σε πέντε-έξι εμβληματικά συνθήματα εναπόθεσης της ελπίδας για επιβίωση, σε ισχυρούς εξωτερικούς υποστηρικτές. «Οι Γερμανοί είναι φίλοι μας». «Κορίτσια, ο Στόλος». «Ελλάς, Γαλλία, Συμμαχία». Όποιος ευκαιρεί ή δύναται. Αρκεί να μπορεί να βοηθήσει να καλύψουμε τη ζημιά, να ρεφάρουμε. Αυτή τη φορά και τέρμα. Δεν θα υπάρξει άλλη. Είμαστε περήφανος λαός, δεν ζητάμε ελεημοσύνες. Απλώς, άλλη μια ευκαιρία.

Από το βήμα της Βουλής, ο Κινέζος πρωθυπουργός, ο κύριος Τζιαμπάο, δίνει ρεσιτάλ διπλωματίας και μοιράζει χαμόγελα, υποσχέσεις και γαστρονομικά κομπλιμέντα. «Χτες το βράδυ δοκίμασα για πρώτη φορά το λάδι σας, ωμό. Βούτηξα το ψωμί μου σ΄ αυτό, και το βρήκα πολύ νόστιμο». Το Κοινοβούλιο σείεται από γέλια και χειροκροτήματα. Κοντινό στον ΓΑΠ:έχει σκάσει ένα χαμόγελο τόσο πλατύ, εγκάρδιο και τσαχπίνικο, που δεν έχω δει στα χείλη του ποτέ, όσο καιρό βρίσκεται στη εξουσία. Είναι η στιγμή που παίζει τα ρέστα του- και ξαφνικά βλέπει τα χαρτιά του να υπόσχονται, μετά από συνεχόμενες πενταφυλλίες, ένα καραμπινάτο φλος.

Δεν είναι μόνος. «Βούτα το ψωμί στο λάδι, μάστορα» προσεύχονται μαζί του, επικαλούμενοι τον Κομφούκιο, τον Αριστοτέλη, το Θεό και το Διάβολο, δέκα εκατομμύρια Έλληνες. Άλλοι τόσοι δανειστές τους κρατάνε την ανάσα τους. Ξέρουν πώς, αν εννιακόσια εκατομμύρια Κινέζοι μάθουν να βουτάνε ψωμί σε ελληνικό λάδι, όχι σπουδαία πράγματα, έστω μια τζούρα, για ορεκτικό, αυτό ήταν. Τέλειωσε. Ξεχρεώσαμε για χίλια χρόνια. Κοίτα που θα σωθεί το έθνος, κυριολεκτικά, από μια παπάρα.

Είναι η στιγμή που κανονικά πρέπει να σκάσω στα γέλια αλλά εν τω μεταξύ, συνειδητοποιώ ότι βλέπω τηλεόραση και κλαίω. Κανονικά, με δάκρια ποτάμι πάνω από τη σιδερώστρα. Μη με ρωτάς γιατί, ρε γαμώτο. Γιατί έτσι. Γιατί δεν μου αρέσει να είμαι ζητιάνα. Γιατί δεν μου αξίζει αυτό. Γιατί θυμάμαι τη Χαρούλα να τραγουδάει Μαρκόπουλο: «Στη χήρα μάνα μας μη δίνετε βοήθεια, ούτε μαγκούρα στο προσκέφαλο σιμά, γιατί θα δέρνει κάθε μέρα τα παιδιά της, κι όταν μιλάω θα με λέει αληταρά». Γιατί μετά μπερδεύεται η «Λέγκω», με τον Εθνικό Υμνο. «Μοναχή το δρόμο επήρες-εξανάλθες μοναχή, δεν ειν’ εύκολες οι θύρες εάν η χρεία τες κουρταλεί». Γιατί ένας ρακένδυτος Καραγκιόζης κάνει κωλοτούμπες στην αυλή του Πολυχρονεμένου Βεζύρη, για μισή σάπια ρέγγα- δεν έχει και πολλή όρεξη σήμερα, αλλά το Κολλητήρι πεινάει. Σκάσε και σκύβε.

Καταπίνω στα γρήγορα τα δάκρια της ταπείνωσης (είναι η ιδέα μου, ή έχουν στ’ αλήθεια πιο πικρή γεύση, από όλα τα άλλα είδη δακρύων;) Σκουπίζω και τα μάγουλά μου, όχι ότι με βλέπει κανείς, άλλωστε λείπουν όλοι, αλλά ποτέ δεν ξέρεις…

Σκέφτομαι, Λέγκω, μάνα, όπως μου έμαθαν να σκέφτομαι: με ομόλογα, συναλλαγματικές ισοτιμίες και αποκλίσεις επιτοκίων. Βοηθάει πολύ, συνέρχομαι γρήγορα. Ο Μαρκόπουλος είναι, άλλωστε, τόσο ντεμοντέ, μη μας πούνε και ταγάρια. Φοράω το καλύτερό μου Κινέζικο χαμόγελο και λυγίζω τη μέση μου σε μια κομψή υπόκλιση, που την έχω αντιγράψει επιμελώς από το «Σήκωσε τα Κόκκινα Φανάρια».

Είμαι έτοιμη για σας τώρα, Πολυχρονεμένε μου κύριε Τζιαμπάο. Όλοι οι πελάτες είναι ευπρόσδεκτοι στο σπίτι της Τσάϊνα Μπλού. Ακόμα και οι πιο βιτσιόζοι. Ειδικά αυτοί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου